Ομιλία στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος, 20/12/2018

0

ΒΟΥΛΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΙΖ΄

ΣΥΝΟΔΟΣ Δ΄

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΙΒ΄

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2018

Αθήνα σήμερα, στις 20 Δεκεμβρίου 2018, ημέρα Πέμπτη και ώρα 13.48΄ συνεδρίασε στην αίθουσα Γερουσίας του Μεγάρου της Βουλής η Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος, υπό την προεδρία του Αντιπροέδρου αυτής κ. Ιωάννη Τραγάκη, με θέμα ημερήσιας διάταξης: Συζήτηση προτάσεων για την Αναθεώρηση του Συντάγματος, σύμφωνα με το γενικό πρόγραμμα που αποφασίστηκε και την πρόοδο των εργασιών: συνέχιση και ολοκλήρωση της συζήτησης επί των θεματικών ενοτήτων «Βουλή» και «Κυβέρνηση», άρθρα 51 έως 85 του Συντάγματος.

 ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΤΡΟΥΓΚΑΛΟΣ (Γενικός Εισηγητής του ΣΥΡΙΖΑ): Σας ευχαριστώ πολύ, κύριε Πρόεδρε.

Χαίρομαι που ανεβαίνω στο Βήμα μετά τον κ. Τζαβάρα και τον κ. Βενιζέλο, γιατί νομίζω ότι οι δύο εισαγωγικές τοποθετήσεις καταδεικνύουν ότι μπορούμε πράγματι να συζητήσουμε και να αναδείξουμε διαφορές αλλά και συμφωνίες.

Κατ’ αρχάς, συμφωνώ απολύτως -ήταν μία από τις βασικές μου τοποθετήσεις και αναφέρομαι στην ομιλία του κ. Τζαβάρα- ότι το Σύνταγμα δεν είναι αξιακά ουδέτερο. Το Σύνταγμα έχει ιδεολογικό φορτίο.

Επίσης, θα συμφωνήσω μαζί σας ότι πρέπει όλοι μαζί να δούμε πώς θα αντιμετωπίσουμε την επίθεση κατά της πολιτικής, που προσδίδει και χαρακτηριστικά κρίσης αξιοπιστίας στο θεσμικό σύστημα.

Εκεί, όμως, τελειώνουν οι συμφωνίες μας και πέρα από τον κοινό στόχο που έχουμε, αναδεικνύονται ακριβώς οι διαφορές μας, οι οποίες νομίζω ότι φαίνονται και στις διατάξεις που έχουμε καταθέσει.

Εμείς θεωρούμε ότι ο βασικός λόγος για τη γενικευμένη κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών απέναντι στο πολιτικό σύστημα οφείλεται σε αυτό που ονομάζει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μας «υπεροχή του οικονομικού επί του θεσμικού», στην πλήρη απορρύθμιση των πολιτικών δημοκρατικών διαδικασιών, στη συρρίκνωση του πεδίου του κράτους, με αποτέλεσμα το ρυθμιστικό κενό να καταλαμβάνεται από φορείς άσκησης ιδιωτικής εξουσίας και πολύ σημαντικοί κανόνες να μην είναι πλέον αντικείμενο δημοκρατικής πολιτικής απόφασης.

Τα διεθνή λογιστικά πρότυπα καθορίστηκαν στην πραγματικότητα από μία συνάντηση τραπεζιτών. Σημαντικότατοι κανόνες, που έχουν και υπερνομοθετική ισχύ, ορίζονται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου και πολλές φορές και χωρίς συμβατική δέσμευση των κρατών. Μπορεί να πει κανείς ότι τουλάχιστον τα κράτη συμμετέχουν, όταν συνάπτονται διεθνείς πολυμερείς συμβάσεις αν και -κακά τα ψέματα- κράτη τα οποία δεν είναι μεγάλα έχουν πολύ μειωμένο βάρος σε αυτές.

Στεγανοποιούνται, επομένως, σημαντικές αποφάσεις από τη δημοκρατική διαδικασία. Ολόκληρα πεδία διακυβέρνησης, όπως είναι το οικονομικό σύνταγμα, τείνουν να τεθούν εκτός της πολιτικής. Οι κεντρικές τράπεζες και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, αντιμετωπίζονται ως «ιερές αγελάδες», στο πλαίσιο μιας αντίληψης πολιτικής που θεωρεί ότι οι αρμοδιότητες τους δεν πρέπει να είναι αντικείμενο του δημοκρατικού διαλόγου και να μην αντανακλούν τις αποφάσεις της πλειοψηφίας. Η έσχατη κατάληξη αυτής της λογικής είναι ακριβώς η συνταγματοποίηση μιας και μόνο οικονομικής ορθοδοξίας, αυτής του νεοφιλελευθερισμού. Όταν θα έρθει η ώρα να μιλήσω για τον χρυσό κανόνα, θα αναφερθώ σε αυτά εκτενέστερα.

Ποια είναι η δική μας διαφορετική λογική; Ότι πρέπει να ενισχύσουμε τη νομιμοποίηση της Βουλής, ως το βασικό κέντρο λήψης πολιτικών αποφάσεων, και άρα να ενισχύσουμε και το κύρος του Βουλευτή -ατομικά του Βουλευτή.

Ταυτόχρονα, αν θέλουμε να επαναφέρουμε τη δυνατότητα λήψης δημοκρατικών αποφάσεων με βάση τη λαϊκή κυριαρχία, πρέπει να ενισχύσουμε και τις δυνατότητες αποτελεσματικής διακυβέρνησης της χώρας, ενισχύοντας την εκτελεστική εξουσία και την κυβέρνηση, ώστε να μπορεί να παίρνει αποφάσεις με δημοκρατικό τρόπο, που να απαντά στις ανάγκες πολιτικής ανταπόκρισης στα μεγάλα ζητήματα της οικονομίας και στις σχέσεις της αγοράς με το κράτος.

Επομένως συμμεριζόμαστε τη διαπίστωση ότι υπάρχει μια γενικευμένη κρίση αξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος. Θεωρούμε, όμως, ότι αυτή είναι απότοκη κυρίως των γενικότερων τάσεων επικράτησης νεοφιλελεύθερων αντιδημοκρατικών και αντιπολιτικών επιλογών, ενώ ειδικά στην Ελλάδα ενισχύονται και από τις εγγενείς αμαρτίες του ελληνικού πολιτικού συστήματος.

Υπάρχει άλλη χώρα εκτός από την Ελλάδα και το Πακιστάν, που να την κυβερνούν δυναστείες και να είναι οι Πρωθυπουργοί της από τρεις οικογένειες, από τη δεκαετία του ’50 μέχρι σήμερα, με δύο εξαιρέσεις; Δεν είναι αυτό, σε συνδυασμό με τον γενικότερο κανόνα που σας είπα, ένα επιμέρους ζήτημα που θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε;

Επομένως οι προτάσεις μας έχουν στίγμα. Αποσκοπούν ακριβώς στο να αντιμετωπίσουν αμυντικά την προσπάθεια εξοβελισμού της πολιτικής από τον τομέα λήψεως των σημαντικών αποφάσεων για το οικονομικό σύνταγμα και επιθετικά και θετικά να ενισχύσουν τη δημοκρατική νομιμοποίηση της Βουλής και της κυβέρνησης.

Στην κατεύθυνση αυτή, έχουμε την πρότασή μας, κατ’ αρχάς, για το εκλογικό σύστημα. Θυμίζω –και σε απάντηση στους προβληματισμούς που εξέφρασε ο κ. Βενιζέλος για τη συμβατότητα με τη δημοκρατική αρχή- ότι έχουμε περιπτώσεις συνταγματοποίησης της απλής αναλογικής ως πάγιου εκλογικού συστήματος. Κλασική περίπτωση είναι το Σύνταγμα της Πορτογαλίας (άρθρα 154 – 155). Προσέξτε, κύριοι συνάδελφοι, το αναλογικό σύστημα είναι ενταγμένο στις μη αναθεωρητέες διατάξεις. Είναι δηλαδή πάγια προστατευμένο και από τον αναθεωρητικό νομοθέτη. Θεωρούμε, λοιπόν, ότι πρέπει να προσδιοριστεί σε τι συνίσταται αυτό, τι είναι αναλογικό εκλογικό σύστημα. Να θυμίσω ότι η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας το 2014 περιλάμβανε αναφορά στην ανάγκη αναλογικότητας του εκλογικού συστήματος.

Για το σχετικό ζήτημα της ψήφου των ομογενών βρήκα πολύ ενδιαφέρουσες -και σε μεγάλο βαθμό συμφωνώ με αυτές, ανάλογες αποτελούσαν τη βάση της πρότασής μας- τις αντίστοιχες σκέψεις του κ. Βενιζέλου. Ακριβώς για τους λόγους που ανέφερε προτείναμε την υιοθέτηση του γαλλικού ή του ιταλικού μοντέλου, τη δυνατότητα δηλαδή να εκλέγουν τον εκπρόσωπό τους οι ομογενείς ανά ευρεία περιφέρεια του εξωτερικού και μάλιστα με ενιαίο ψηφοδέλτιο, για να μην επαναλαμβάνονται τα χειρότερα του κομματικού φατριασμού. Μου κάνει εντύπωση η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας που δεν λαμβάνει υπ’ όψιν το στοιχείο αυτό. Επίσης, μπορούμε να σκεφτούμε εάν πράγματι θα έχουν πλήρη δικαίωμα ψήφου οι Βουλευτές αυτοί ή όπως προτείνουν οι Ανεξάρτητοι Έλληνες και υπονόησε -αν κατάλαβα καλά- ο κ. Βενιζέλος τη δυνατότητα να έχουν απλώς συμβουλευτική ψήφο στη Βουλή.

Ο περιορισμός του αριθμού της θητείας των Βουλευτών κινείται ακριβώς σε αυτή την κατεύθυνση, της ανάγκης αποφυγής του επαγγελματισμού που πλήττει εκείνη ακριβώς την πλευρά του κύρους του Βουλευτή της δημοκρατικής νομιμοποίησης του, αλλά και κυρίως, ειδικά στη χώρα μας, κινδυνεύει να διαιωνίσει αυτό το μοντέλο οικογενειοκρατίας.

Συνάδελφοί, όπως ο κ. Φορτσάκης –εννοώ ακαδημαϊκοί- έχουν υποστηρίξει παρόμοιες λύσεις, οι οποίες δεν είναι μεμονωμένες ούτε εκτός της ευρωπαϊκής πραγματικότητας.

Δύο πράγματα θα σας πω: Στο Σύνταγμα του 1791 της Γαλλικής Επανάστασης, στο άρθρο 6 υπήρχε ρητή πρόβλεψη ότι «τα μέλη του νομοθετικού σώματος μπορούν να επανεκλεγούν στην επόμενη Εθνοσυνέλευση και δεν μπορούν να επανεκλεγούν στη συνέχεια, παρά μόνο ύστερα από την πάροδο μιας νομοθετικής περιόδου». Και πρόσφατα, στην τρίτη Ευρωπαϊκή Διάσκεψη κατά της Διαφθοράς του Συμβουλίου της Ευρώπης προβλέφθηκε ακριβώς ως ένα μέτρο αντιμετώπισης αυτής της πολιτικής διαφθοράς και της κρίσης αξιοπιστίας η ενεργοποίηση συστημάτων που θα ορίζουν όρια στην κατοχή δημόσιων αξιωμάτων.

Τέλος, για την επικαιρότητα, αυτή αποτελεί και μία από τις βασικές προτάσεις της συνταγματικής αναθεώρησης που έχει καταθέσει ο Πρόεδρος Μακρόν στη Γαλλική Εθνοσυνέλευση.

Αντιπαρέρχομαι γρήγορα άλλες προτάσεις της Νέας Δημοκρατίας στον τομέα της «κυβερνησιμότητας», τόσο σε ό,τι αφορά τη Βουλή και τις δυνατότητες του επείγοντος και του κατεπείγοντος, γιατί, όπως ανέφερε ήδη ο κ. Βενιζέλος -και να αναφέρομαι ξανά στην ανάλυση του, γιατί δεν έχω πολύ χρόνο- χαρακτηρίζονται από έναν βερμπαλισμό και κυρίως, από ένα συνταγματικό πληθωρισμό που δεν υπηρετεί το Σύνταγμα μας, δεδομένης και της ρύθμισης αναλόγων θεμάτων από τον Κανονισμό της Βουλής.

Ειδικά, δε, η πρόβλεψη για τον περιορισμό της δυνατότητας της Κυβέρνησης να προωθεί με τη διαδικασία του κατεπείγοντος ορισμένα νομοσχέδια είναι αντίθετη στην ανάγκη καλής διακυβέρνησης, όπως την περιέγραψε προηγουμένως, ως προϋπόθεση ενίσχυσης του δημοκρατικού χαρακτήρα άσκησης της πολιτικής και θα κατέληγε στο ακριβώς αντίθετο. Αν δεν μπορεί να γίνει χρήση της διαδικασίας του κατεπείγοντος, με πράξη νομοθετικού περιεχομένου θα αντιμετωπίζονταν τα κρίσιμα αυτά θέματα και η Βουλή θα παραμεριζόταν εντελώς.

Στα τελευταία δύο λεπτά –ελπίζω- κύριε Πρόεδρε, αν μου δώσετε το χρόνο, θα αναφερθώ στον «χρυσό κανόνα».

Αντίθετα εδώ από ό,τι είπε ο κ. ο Βενιζέλος -και το δείχνει αυτό και η πρακτική- δεν είναι υποχρεωτική η ενσωμάτωση με χαρακτήρα συνταγματικού κειμένου των προτάσεων που περιλαμβάνει το νέο Σύμφωνο Σταθερότητας. Η διάταξη είναι αυτή που διάβασε -άρθρο 3 παράγραφος 2- και λέει «κατά προτίμηση συνταγματικού χαρακτήρα».

Δεν είναι, όμως, εκεί η βασική μας αντίρρηση. Εμείς θεωρούμε ότι το Σύμφωνο Σταθερότητας πρέπει να τροποποιηθεί. Η ενσωμάτωση αυτής της υποχρέωσης αυστηρής ισορροπίας εσόδων – εξόδων κατατείνει σε αυτό που ανέφερα προηγουμένως, στη συνταγματοποίηση του φιλελευθερισμού. Και σε επίπεδο, λοιπόν, Ευρωπαϊκής Ένωσης θέλουμε να αλλάξει. Και σε καμμία περίπτωση, δεν τον αποδεχόμαστε ως πάγιο κανόνα της ρύθμισης των δημόσιων οικονομικών σε επίπεδο Συντάγματος.

Να πω ότι ελάχιστα κράτη έχουν ανταποκριθεί στην υποχρέωση να ενσωματώσουν στο Σύνταγμά τους τη διάταξη αυτή. Είναι μόνο η Πολωνία με το άρθρο 216 παράγραφος 5. Η Ουγγαρία με άρθρο 36. Η Γερμανία είχε εκ των προτέρων παρόμοιο κανόνα. Είναι δύο μόνο άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ιταλία επί Πρωθυπουργίας Μόντι (άρθρο 81) και η Ισπανία επί Πρωθυπουργίας Αθνάρ (άρθρο 135). Ακόμα, δηλαδή, και συντηρητικές κυβερνήσεις δεν αποδέχθηκαν την ενσωμάτωση στη συνταγματική τους τάξη αυτού του κανόνα, ακριβώς γιατί ο συγκυριακός χαρακτήρας της επιλογής της μίας ή της άλλης οικονομικής θεωρίας δεν μπορεί να βαραίνει ως σιδηρούς και όχι ως χρυσούς κανόνας στη δυνατότητα επιλογής διαφορετικών οικονομικών πολιτικών.

Προφανώς και εμείς είμαστε υπέρ των τακτοποιημένων οικονομικών, των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών. Στο κάτω-κάτω της γραφής, εμείς τακτοποιήσαμε τα δημόσια οικονομικά. Είναι άλλο αυτό, όμως, και άλλο να μην έχεις τη στοιχειώδη ευελιξία να μπορέσεις να ανταποκριθείς σε μία κρίση, έστω με ένα προσωρινό άνοιγμα των δημόσιων οικονομικών.

Ο Κέυνς, μάλιστα έλεγε ότι δεν είναι μόνο τα υπερβολικά χρέη που δεσμεύουν τις επόμενες γενιές. Και τα υπερβολικά πλεονάσματα είναι μία κλοπή της παρούσας έναντι στις επόμενες γενιές, γιατί ακριβώς στερούν από αυτές τις αναγκαίες επενδύσεις, τις υποδομές που θα μπορούσαν να κάνουν τη ζωή τους καλύτερη.

Ολοκληρώνω, λοιπόν, με μία μικρή μνεία στην ίδιας λογικής απαγόρευση της πλήρους αναδρομικότητας της φορολογικής υποχρέωσης. Είχε συζητηθεί αναλυτικά αυτό κατά τη συζήτηση του Συντάγματος του 1975. Σώφρονες φωνές, όπως του Γιώργου Μαύρου και του Ανδρέα Παπανδρέου ρητά απέδειξαν γιατί δεν μπορεί η δυνατότητα μιας πολύ περιορισμένης αναδρομικής επιβολής φόρου να αποστερηθεί από τον κοινό νομοθέτη. Αντίθετα, δεν μπορεί ο νομοθέτης να προχωρήσει παραπέρα από την αναδρομικότητα του ενός έτους. Διότι πράγματι στην κοινοβουλευτική μας ιστορία είχαμε περιπτώσεις αναδρομικής φορολογίας και πέραν του έτους, πράγμα που οπωσδήποτε είναι απαράδεκτο. Μνημονεύεται ιδίως η περίπτωση του 1946.

Ολοκληρώνω, λοιπόν, λέγοντας ότι υπάρχει μία συνεκτική πολιτική λογική που στηρίζει τις προτάσεις αναθεώρησης που εισηγούμαστε. Συνδυάζονται με ανάλογες που είχαμε συζητήσει και στην προηγούμενη ενότητα, για παράδειγμα, να είναι ο Πρωθυπουργός πάντα Βουλευτής, ώστε να στέλνεται το μήνυμα ότι η δημοκρατία και όχι η τεχνοκρατία, η πολιτική και όχι αγορά είναι που πρέπει να προσδιορίζουν τη λήψη των βασικών αποφάσεων. Στο κάτω-κάτω, είναι η δημοκρατία, η οποία βρίσκεται σε κίνδυνο. Και αυτή πρέπει να υπερασπιστούμε.

Ορισμένες από τις προτάσεις τώρα της Νέας Δημοκρατίας για τη «ΔΙΑΥΓΕΙΑ», από το ΠΑΣΟΚ για τη δυνατότητα κοινοβουλευτικών επιτροπών με τα δύο πέμπτα, πρόταση παλαιότερη και του κ. Λοβέρδου, είναι προτάσεις που ενδεχομένως θα μπορούσαμε να τις δούμε θετικά στο τέλος, όταν θα κάνουμε τη συνολική αξιολόγηση των προτάσεων.

Ευχαριστώ για την προσοχή σας και τον Πρόεδρο και την ανοχή του.

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΤΡΟΥΓΚΑΛΟΣ (Γενικός εισηγητής του ΣΥΡΙΖΑ): Το έχω πει ξανά, αλλά θέλω να το επαναλάβω, επειδή τέθηκε και σήμερα και κάποιος μπορεί να διαβάζει στα πρακτικά μόνο την ομιλία του κ. Γεωργιάδη και να έχει μόνο τη συγκεκριμένη αναφορά.

Αυτό που έχω πει και επανειλημμένα έχω υπερασπίσει είναι ότι εμείς θεωρούμε ότι η αναθεωρητική διαδικασία, σε ό,τι μας αφορά, έχει στόχευση αφ’ ενός τον εκδημοκρατισμό και αφ’ ετέρου την απόκρουση στοιχείων που καθορίζουν, προσδίδουν τη νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση στο πολίτευμά μας. Ανάμεσα σε αυτά που θέλουμε, πράγματι, να αποφύγουμε είναι η τροποποίηση του άρθρου 16.

Ποτέ, όμως, δεν δήλωσα, όπως μου καταλογίστηκε ότι μοναδικός σκοπός της κίνησης της αναθεωρητικής διαδικασίας είναι η μη υπερψήφιση των προτάσεων αλλαγής του άρθρου 16.

Και επειδή πήρα τον λόγο, να πω ότι, ακόμα και αν παρ’ ελπίδα -φαντάζομαι ότι οι πτέρυγες της Βουλής δεν θα ακολουθήσουν τη Νέα Δημοκρατία σε αυτή την εκβιαστική τακτική ότι αν δεν αλλάξει το άρθρο 16, δεν πρόκειται να συζητήσουν καθόλου για την αναθεώρηση- γίνει έτσι, ακόμα και αν στην επόμενη Βουλή δεν υπάρξουν οι απαραίτητες πλειοψηφίες για να ολοκληρωθεί έστω και μια πρόταση συνταγματικής Αναθεώρησης -και αναφέρομαι σε όλα αυτά με την έννοια του υποθετικού, είμαι βέβαιος ότι και υπευθυνότητα θα υπάρχει από άλλες πτέρυγες και η αναγκαία πλειοψηφία στην επόμενη Βουλή, επαναλαμβάνω για τα πρακτικά ότι ακόμα και τίποτα από αυτά να μη συνέβαινε, υφίσταται ήδη συνταγματική διαδικασία αναθεώρησης που έχει ξεκινήσει. Ανεξαρτήτως από την ευόδωση ή την αποτυχία της, δεν μπορεί να ξεκινήσει ξανά νέα αναθεωρητική διαδικασία πριν από την πάροδο πέντε ετών από την επόμενη Βουλή.

Επομένως η Νέα Δημοκρατία, αντί να ονειρεύεται ότι μπορεί να ξεκινήσει ξανά τη συνταγματική διαδικασία την επόμενη περίοδο, να ξέρει ότι τώρα έχει μια ευκαιρία σε αυτά που συμφωνεί και όχι σε αυτά που διαφωνεί, να συμβάλει ώστε να προχωρήσουν και να υλοποιηθούν οι συνταγματικές συναινέσεις. Όλα τα αντίθετα δεν είναι απλώς αντικοινοβουλευτικά, να λέει κάποιος ότι συμφωνεί με τις προτάσεις, αλλά δεν τις προωθεί, αλλά είναι αντίθετα και στην ίδια τη λογική του άρθρου 110 του Συντάγματος.

 

 

Share.