Συζήτηση για το BREXIT σε κοινή συνεδρίαση της ειδικής Διαρκούς Επιτροπής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων και της Διαρκούς Επιτροπής Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων

0

ΒΟΥΛΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΙΖ΄ – ΣΥΝΟΔΟΣ Γ΄

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΡΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ

ΔΙΑΡΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ ΚΑΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ

                                Αθήνα, 8 Νοεμβρίου 2017

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΤΡΟΥΓΚΑΛΟΣ (Αναπληρωτής Υπουργός Εξωτερικών): Αγαπητοί κύριοι συνάδελφοι, πρώτα να πω ότι θεωρώ ιδιαίτερα αυθεντική την πρωτοβουλία του Προέδρου. Ξέρω, ότι ο κ. Κουμουτσάκος είχε ανάλογες ιδέες, τις οποίες καλωσορίσαμε  και ως Κυβέρνηση και εδώ στη Βουλή.

Θεωρώ, ιδιαίτερα σημαντικό το θέμα αυτό της συζήτησης που δεν αφορά μόνο την Ευρώπη και το Brexit, αλλά έχει σημαντικές επιπτώσεις σε μια σειρά από διαστάσεις της εθνικής οικονομικής και πολιτικής ζωής, αλλά και συναρτάται και με το μέλλον της Ηπείρου. Θα είναι εντελώς διαφορετική η Ε.Ε. πριν και μετά το Brexit.  Αποτέλεσε ένα σημαντικό σήμα αφύπνισης για την προϊούσα  κρίση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, και η συζήτηση, η οποία έχει ξεκινήσει για το μέλλον της Ευρώπης και τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, προφανώς συνδέεται με το μείζον αυτό ιστορικό γεγονός.

Δεν θέλω να αναφερθώ σε αυτήν την ίσως σημαντικότερη ακόμα και  από  τις επιπτώσεις του Brexit διάσταση του ζητήματος, τη συζήτηση εννοώ για το μέλλον της Ευρώπης, γιατί θεωρώ ότι πρέπει να τα κουβεντιάζουμε αυτοτελώς. Υπάρχει και μια επίκαιρη επερώτηση που θα μας δώσει αυτή τη δυνατότητα σε δύο περίπου βδομάδες.

Θεωρώ ιστορικό γεγονός, όπως προανέφερα το Brexit,  γιατί μολονότι αποτελεί αυτό καθαυτό ένα λυπηρό γεγονός, ότι δεν θα είναι μαζί μας πια στη  προσπάθεια του Ευρωπαϊκού Εγχειρήματος οι Βρετανοί, η  ιστορικότητα του όμως  έγκειται, γιατί συμπυκνώνει μια αντίσταση ενστικτώδη  των Ευρωπαίων πολιτών, απέναντι στις πολιτικές που εφαρμόστηκαν το τελευταίο διάστημα στην Ευρώπη. Πρέπει πάντοτε να διακρίνουμε την προσήλωσή μας στο Ευρωπαϊκό Εγχείρημα από τη διαφοροποίηση μας από πολιτικές που κατέστησαν το τελευταίο διάστημα η επίσημη ορθοδοξία, οι οποίες όμως σε καμία περίπτωση, στη δική μας αντίληψη της Ελληνικής Κυβέρνησης, δεν ήταν αυτές που είχε ανάγκη η Ευρώπη.

Το Brexit, η  απόφαση δηλαδή του Βρετανικού λαού, να θέσει τέλος στην παραμονή της χώρας αυτής στην Ε.Ε., δεν είναι  κεραυνός εν αιθρία. Η ίδια η πρωθυπουργός στην ομιλία της στη Φλωρεντία, είπε ότι πάντοτε αισθάνονταν λίγο άβολα οι Βρετανοί στη σχέση τους αυτή με την Ε.Ε.. Και λόγω της αντίληψης τους, ξέρετε, το γνωστό ανέκδοτο, «ομίχλη στη Μάγχη αποκλείστηκε η Ευρώπη», δηλαδή ότι είναι ένα ξεχωριστό πολιτικό σώμα από την Ηπειρωτική Ευρώπη, όσο και από τις διαφορετικές αντιλήψεις για την εμβάθυνση της πολιτικής ενοποίησης, την σχεδόν σταθερή από τα χρόνια της κυρίας Θάτσερ τουλάχιστον και εντεύθεν αντίθεσή τους στην οικονομική και κοινωνική ολοκλήρωση.

Τα ενδεχόμενα, λοιπόν, μετά το δημοψήφισμα, ήταν  τρία.

Το πρώτο ήταν να υπάρξει το λεγόμενο softbrext να καταλήξουν σε μια συμφωνία οι Ευρωπαίοι με τους Βρετανούς που να εξασφαλίζουν με κάποιο τρόπο την παραμονή της Μ. Βρετανίας στην κοινή αγορά.

Η δεύτερη εκδοχή, ήταν το λεγόμενο hardbrext, η συμφωνία, η οποία θα διαμορφωθεί ανάμεσα στην Ευρώπη και στη             Μ. Βρετανία, να έχει χαρακτηριστικά τέτοια που εν πάση περιπτώσει, να μην συνεπάγονται την παραμονή του Ηνωμένων βασιλείου στην κοινή αγορά.

Το τρίτο ενδεχόμενο που είναι το χειρότερο και από τις δύο πλευρές, είναι να μην υπάρχει καθόλου συμφωνία. Αυτό το ενδεχόμενο προφανώς εξαρχής και οι δύο πλευρές έχουν εξορκίσει, γιατί αν συμβεί κάτι τέτοιο, αυτόματα η Μ. Βρετανία θα καταστεί μια τρίτη χώρα για την Ε.Ε., στην οποία θα  ισχύουν απλώς οι κανονισμοί του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. Άρα, όλα τα προϊόντα θα δασμολογούνται αυτόματα με το μέσο σταθμικό   4% που δασμολογούνται αυτή τη στιγμή τα προϊόντα μεταξύ των χωρών που δεν έχουν άλλη ειδική οικονομική σχέση και πράγματι αυτό θα καθιστούσε την σχέση μας με την Μ. Βρετανία εντελώς διαφορετική απ” αυτήν που είναι σήμερα.

Μετά από αμφιταλαντεύσεις, που δημιουργούν και ένα από τα προβλήματα της διαπραγμάτευσης, ότι δηλαδή εξαρχής και ακόμη και σήμερα,  δεν είναι εντελώς σαφείς οι προθέσεις  του Ηνωμένου Βασιλείου, ως προς στη θέση που θέλει να έχει στην Ενωμένη Ευρώπη. Φαίνεται η επιλογή της χώρας αυτής, να είναι τελικά υπέρ ενός σκληρού Brexit , υπέρ δηλαδή  μιας λύσης που δεν θα συνεπάγεται την παραμονή  της Ευρωπαϊκής Μ. Βρετανίας στην κοινή αγορά. Άλλωστε, θα ήταν αδύνατον να συνυπάρχει η Μ. Βρετανία στην κοινή αγορά, έχοντας αποκλείσει μια από τις προϋποθέσεις της, την ελεύθερη μετακίνηση προσώπων. Αυτό όπως γνωρίζετε, αποτέλεσε ένα από τα ισχυρά σημεία της συζήτησης ενόψει του δημοψηφίσματος.

Η Ε.Ε., λοιπόν, συμφώνησε όπως προβλέπει το άρθρο 50 της Συνθήκης, να διεξαχθεί η διαπραγμάτευση, καταρχήν για τους όρους του διαζυγίου και όταν αυτή προχωρήσει και υπάρξει σημαντική πρόοδος, η οποία θα διαπιστωθεί από τους ηγέτες της Ε.Ε. στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, να προχωρήσει η συζήτηση για το μέλλον της σχέσης που θα έχει η Μ. Βρετανία με την Ευρώπη. Οι φίλοι μας του Ηνωμένων Βασιλείου, ήθελαν αυτές οι συζητήσεις να προχωρούν παράλληλα ή, εν πάση περιπτώσει, να αρχίσει η συζήτηση για το δεύτερο θέμα, το μείζον, τη μεταξύ μας σχέση, και χωρίς να έχουν λήξει όλα τα θέματα που αφορούν στο διαζύγιο.

Θεωρήσαμε, και νομίζω ότι είναι εύλογο αυτό, ότι δεν είναι δυνατόν, να προχωρήσουμε με αυτό τον τρόπο, γιατί πολλά θέματα θα έμεναν ανοιχτά και δεν θα μπορούσαμε να συζητήσουμε με σαφήνεια, όπως πρέπει, γι” αυτό που είναι το μείζον, τη θέση μας, τη στρατηγική με τη Μεγάλη Βρετανία.

Έχει ξεκινήσει, λοιπόν, εδώ και αρκετά μεγάλο διάστημα μια συστηματική διαπραγματευτική προσπάθεια, οι δυο ομάδες συναντιούνται σε εβδομαδιαία βάση και σε διαφορετικά format, δηλαδή σε διαφορετικά επίπεδα στις Βρυξέλλες. Τα συμπεράσματα συζητιούνται καταρχάς στο Συμβούλιο των Γενικών Υποθέσεων και όταν έχουμε φτάσει σε σημαντικές «στροφές» της διαπραγματεύσης και στο Συμβούλιο των Ευρωπαίων Αρχηγών.  Η Ε.Ε. ξεχώρισε με την διαπραγματευτική της ομάδα, επικεφαλής της οποίας, όπως ξέρετε, είναι ο παλαιός Επίτροπος κύριος Μπαρνιέ, ως τρία τα βασικά θέματα στα οποία θα έπρεπε να υπάρξει πρόοδος, ώστε να θεωρήσουμε, ότι έχει σε μεγάλο βαθμό ολοκληρωθεί η συζήτηση επί του πρώτου θέματος των όρων του διαζυγίου.

Τα θέματα αυτά, λοιπόν,  ήταν τα δικαιώματα των εργαζομένων της Ε.Ε. στη Μεγάλη Βρετανία και προφανώς, αντιστρόφως τα δικαιώματα των Βρετανών πολιτών στην Ευρώπη.

Δεύτερον, ήταν ένα ειδικό θέμα Εθνικό που όμως είχε ιδιαίτερη σημασία για τη διατήρηση της ειρήνης στην περιοχή αυτού του κόσμου και το θέμα αυτό ήταν τα σύνορα Ηνωμένα Βασιλείου-Ιρλανδίας, που πάντοτε ήταν ελεύθερα και που πέραν της ιστορικής παράδοσης, αυτό το άνοιγμα των συνόρων συναρτάται και με τη Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής που έθεσε τέλος στην εμφύλια διαμάχη στην Ιρλανδία.

Τρίτον, το σημαντικότερο από όλα τα θέματα, ποιοι θα είναι οι οικονομικοί όροι του διαζυγίου, ποιες θα είναι δηλαδή, οι υποχρεώσεις της Μεγάλης Βρετανίας οι οικονομικές απέναντι στον Προϋπολογισμό.

Στα θέματα αυτά φαίνεται να υπάρχει μια σχετική πρόοδος στο πρώτο και στο δεύτερο, δηλαδή στα δικαιώματα των εργαζομένων και στο θέμα των συνόρων της Ιρλανδίας. Πολύ μικρή, όμως, πρόοδος στο θέμα των οικονομικών υποχρεώσεων, όπου όπως συμβαίνει σε κάθε διαζύγιο, έχουμε και τις μεγαλύτερες δυσκολίες.

Για να δώσει μια ώθηση στη συζήτηση που φαινόταν να κατευθύνεται προς ένα αδιέξοδο, η Πρωθυπουργός κυρία Μέι, στην ομιλία της στην Φλωρεντία -πριν από ένα περίπου μήνα- πρότεινε να υπάρξει μια μεταβατική περίοδος 2 ετών περίπου, στο πλαίσιο της οποίας θα έχει μεν εκδοθεί το διαζύγιο, θα ξέρουμε, δηλαδή τους όρους της αποχώρησης του Ηνωμένο Βασιλείου, θα εξακολουθούν, όμως, να ισχύουν οι κανόνες της κοινής αγοράς, ούτως ώστε να υπάρξει η αναγκαία μεταβατική περίοδος προσαρμογής και για τις Βρετανικές και για τις Ευρωπαϊκές επιχειρήσεις.

Η ευρωπαϊκή πλευρά θεώρησε δημιουργική την προσπάθεια αυτή της κυρίας Μέι, όχι όμως επαρκή ώστε να θεωρήσουμε, ότι υπάρχει η σημαντική πρόοδος, που  -όπως σας είπα προηγουμένως- ήταν απαιτητή, για να προχωρήσουμε στη συζήτηση για το μέλλον της σχέσης.

Εξακολουθούμε, να θεωρούμε, ότι υπάρχουν σημαντικά ερωτήματα ως προς τη σαφήνεια των θέσεων του Ηνωμένου Βασιλείου, ως προς τον προσανατολισμό, που θέλει να θέσει στη σχέση του με εμάς. Έχει κατά καιρούς πει, η κυρία Μέι, για παράδειγμα: «Ότι μια κακή Συμφωνία είναι χειρότερη από μια πλήρη αποτυχία της συζήτησης», δηλαδή το θεώρησε καλύτερο από μια κακή συμφωνία, χωρίς να προσδιορίζει τι ακριβώς θα ήταν  κακή συμφωνία, πέρα από το υπέρμετρο οικονομικό βάρος, που από μέρους τους θεωρούν ότι θα έχει το διαζύγιο.

Επίσης, είχε πει, ότι πρέπει να είμαστε πιο δημιουργικοί και από τα δύο αρχικά σενάρια, που είχαν διατυπωθεί ως εναλλακτικές λύσεις, δηλαδή, ένα σενάριο τύπου Νορβηγίας συμμετοχή, δηλαδή, πρακτικά στην κοινή αγορά χρηματοδότηση του Προϋπολογισμού, χωρίς συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων, που είναι ένα σενάριο softBrexit και σ” ένα σενάριο hardBrexit που θα προσομοιάζει με τη Συμφωνία που έχει συνάψει η Ε.Ε. με τον Καναδά, τη CETA. Λέει, λοιπόν, η κυρία Μέι, ότι θα μπορούσαμε δημιουργικά να ζητήσουμε μια τρίτη λύση, την οποία όμως δεν την έχουμε ακόμα δει να αρθρώνετε με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορεί η Ε.Ε. να τοποθετηθεί.

Συνοψίζοντας, μέχρι στιγμής οι εξελίξεις στο ευρωπαϊκό επίπεδο είναι ότι έχουμε πετύχει κάτι μείζον και ουσιώδες, να διαπραγματευόμαστε και οι 27 με μια φωνή απέναντι στο Ηνωμένο Βασίλειο. Εμείς ξέρουμε τι θέλουμε. Θέλουμε τη διατήρηση της στρατηγικής σχέσης μας με το Ηνωμένο Βασίλειο με τέτοιον τρόπο που να εξυπηρετούνται κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα συμφέροντα των ευρωπαίων πολιτών και χωρίς να πληρώσουν το λογαριασμό οι ευρωπαίοι πολίτες για μιαν απόφαση που δεν έλαβαν οι ίδιοι.

Προφανώς, δίνουμε ιδιαίτερη έμφαση στην προστασία των δικαιωμάτων όσων βρίσκονται στο Ηνωμένο Βασίλειο και, επίσης, στο οικονομικό σκέλος του διαζυγίου, όχι γιατί θέλουμε να έχει εκδικητικό χαρακτήρα η διαδικασία αυτή. Εμείς από την πλευρά μας έχουμε πει πολλές φορές, ότι δεν θέλουμε να έχει τιμωρητικό και εκδικητικό χαρακτήρα η διαπραγμάτευση. Έχει ακουστεί η άποψη ότι θα πρέπει να είναι βαρύ το κόστος της αποχώρησης, ώστε να το ξανασκεφτούν οι χώρες που ενδεχομένως θα είχαν παρόμοιες σκέψεις στο μέλλον. Τη θεωρούμε κατεξοχήν αντιευρωπαϊκή αυτή τη σκέψη, γιατί ο λόγος για τον οποίο θα πρέπει οι χώρες, να παραμένουν στην Ε.Ε. και οι πολίτες να αισθάνονται συνδεδεμένοι με το ευρωπαϊκό όνειρο είναι επειδή αυτό είναι ελκτικό και όχι επειδή υπάρχει μια μεγάλη ποινή για όσους δραπετεύσουν, σαν να επρόκειτο για φυλακή.

Το Δεκέμβριο, λοιπόν, θα εκτιμήσουν οι ευρωπαίοι ηγέτες, εάν υπάρχουν περιθώρια να θεωρήσουμε, ότι υπήρξε πρόοδος. Περιμένουμε από τους Βρετανούς φίλους μας μια κίνηση, ώστε να ξεκαθαριστούν οι αβεβαιότητες και οι αμφισημίες που ακόμα υπάρχουν.

Πλευρές που αφορούν την ασφάλεια και τη συνεργασία σε θέματα άμυνας, είπε η κυρία Μέι, ότι θα μπορούν να συζητηθούν ξεχωριστά και αυτό μπορούμε να το δούμε. Οπωσδήποτε, όμως, πρέπει, να έχουμε μια σαφή πρόοδο στα θέματα τα οποία έθεσα.

Σε ό,τι αφορά στην Ελλάδα τώρα. Υπάρχουν κίνδυνοι, υπάρχουν και ενδεχόμενες ευκαιρίες από το Brexit. Για να τις αντιμετωπίσουμε, ήδη, ουσιαστικά από το δημοψήφισμα και λίγο πριν, γιατί έπρεπε να αντιμετωπίσουμε ως ενδεχόμενο την αρνητική έκβαση, υπήρξε μια Διυπουργική Επιτροπή, η οποία κατέληξε σε μια πρώτη χαρτογράφηση των κινδύνων αυτών.

Σε μια δεύτερη φάση συγκάλεσα μια Διυπουργική Επιτροπή με παρουσία των Υπουργών των Παραγωγικών Υπουργείων, αλλά και του Υπουργείου Εργασίας, γιατί ορθά διαπιστώθηκε, ότι και το μέλλον των εργαζομένων είναι κομβικό σε αυτή τη συζήτηση, ούτως ώστε να εκτιμήσουμε τα πορίσματα της πρώτης Επιτροπής και να συνεχίσουμε να δουλεύουμε για την λήψη των αναγκαίων εθνικών μέτρων για την προστασία και την προώθηση των συμφερόντων της οικονομίας μας.

Εξακολουθεί και ως προς αυτό το σχεδιασμό, βέβαια, να υπάρχει δυσκολία, ότι δηλδή μη ξέροντας τον τελικό χαρακτήρα, που θα πάρει το Brexit -το βαθμό της σκληρότητας του για να το πούμε με τη μεταφορά που χρησιμοποίησα- μόνον βάσει σεναρίων μπορούμε να κινηθούμε.

Συνεχίζεται, λοιπόν, σε επίπεδο υπηρεσιακών παραγόντων η συζήτηση αυτή. Κάλεσα σε μια συνάντηση τους κοινωνικούς εταίρους, γιατί πρέπει να έχουμε και τη δική τους γνώμη για τις ανησυχίες και τους κινδύνους που ενδεχομένως μπορεί να υπάρχουν και θα έχουμε μια δεύτερη συζήτηση και στο επίπεδο αυτό.

Και, τέλος, πρόκειται να αναθέσουμε στο ΚΕΠΕ μια μελέτη, ούτως ώστε να μην έχουμε μόνο την πολιτική και την κοινωνική αντιμετώπιση του ζητήματος, να έχουμε και το κατά το δυνατόν μια επιστημονική αντιμετώπιση των κινδύνων και των ευκαιριών, που μπορεί να υπάρχουν. Ήδη μας έχει παραδοθεί μια αντίστοιχη μελέτη από το Πανεπιστήμιο της Αθήνας, με επικεφαλής έναν από τους βασικότερους ερευνητές του.

Αυτά, λοιπόν, ενημερωτικά ήθελα, να σας πω. Είναι μια συζήτηση ανοικτή, που δεν μπορούμε εύκολα, να προβλέψουμε το τέλος. Ακριβώς λόγω της απροσδιοριστίας των θέσεων της άλλης πλευράς. Εμείς επιμένουμε, ώστε στο τέλος αυτής της συζήτησης η Ευρώπη να βγει κερδισμένη, να είναι δηλαδή πιο δημοκρατική, πιο κοινωνική και να μην έχουν χάσει δικαιώματα οι Ευρωπαίοι και, προφανώς, ειδικότερα και οι Έλληνες πολίτες.

Σας ευχαριστώ πολύ.

 

Share.