Συνέντευξη στην εφημερίδα η Δημοκρατική της Ρόδου στις 26/10/2014

0
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι “ο κύβος ερρίφθη” μετά τη συνάντηση Λαγκάρντ – Χαρδούβελη και ότι η χώρα οδεύει στην έξοδο από το Μνημόνιο. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν η έξοδος είναι πραγματική ή αν απλώς το Μνημόνιο θα αλλάξει όνομα.
Εφόσον η κυβέρνηση δεν αλλάζει το καταστροφικό μείγμα πολιτικής λιτότητας που εφαρμόζει και δεν καταργεί τους εκτελεστικούς νόμους του Μνημονίου, συνεχίζει να το εφαρμόζει. Ήδη, μετά την αντίδραση των αγορών στις περίφημες δηλώσεις περί τέλους των μνημονίων,  έχει πραγματοποιήσει στροφή 180 μοιρών και ζητά την εξασφάλιση προληπτικής πίστωσης από τους δανειστές μας, πράγμα που αναγκαστικά θα συνοδεύεται από όρους αιρεσιμότητας, άρα νέο μνημόνιο. Πρόκειται, συνεπώς, για ένα ακόμη παιχνίδι επικοινωνίας χωρίς ουσία, όπως άλλωστε και η γενικότερη ιστορία του success story, στο οποίο εντάσσεται.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η έξοδος από το Μνημόνιο στερεί την βασική επιχειρηματολογία του ΣΥΡΙΖΑ και γι’ αυτό αντιδρά αρνητικά στις θετικές εξελίξεις. Τι απαντάτε σ’ αυτό;
Για τους λόγους που σας εξέθεσα προηγουμένως,  η ουσία της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ είναι η κατάργηση των εκτελεστικών νόμων των Μνημονίων, που αποτελούν στην πραγματικότητα ένα πλήρες  σχέδιο μετασχηματισμού της ελληνικής κοινωνίας σε νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση. Η πλήρης ευελιξία στις εργασιακές σχέσεις, η κατάργηση των δικαιωμάτων του ατομικού και συλλογικού εργατικού δικαίου, η αποσάθρωση των κοινωνικών υπηρεσιών, ιδίως στην υγεία και στην εκπαίδευση, η κατάργηση του οκτάωρου και της ανάπαυσης στις Κυριακές, είναι μερικά από τα κεφάλαια του σχεδίου αυτού. Για ποια έξοδο από το μνημόνιο μας μιλούν, όταν όλα αυτά τα έχουν υιοθετήσει ως αναπόσπαστα τμήματα της δικής τους πολιτικής;
Η αντίδραση των αγορών τις τελευταίες μέρες, στη φιλολογία περί εξόδου από το Μνημόνιο, κατά μία ερμηνεία, ήταν ένα μήνυμα στον ΣΥΡΙΖΑ, εφόσον γίνει κυβέρνηση. Δεδομένου ότι αυτό αποτελεί και ένα πραγματικά κρίσιμο ζήτημα, ποια εκτιμάτε ότι θα είναι η στάση των σκληρών της Ευρωζώνης  απέναντι σε μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και στα όσα εξαγγέλλει;
Είναι πολύ πιθανό αυτό που υπαινίσσεστε. Τα κέντρα εξουσίας, δηλαδή, που προσπαθούν με νύχια και με δόντια να κρατήσουν το παλαιοκομματικό σύστημα στην εξουσία στην Ελλάδα, να επιδιώξουν να προκαλέσουν ασφυξία στην κυβέρνηση της αριστεράς. Και, σε κάθε περίπτωση, το οικονομικό περιβάλλον δεν επιτρέπει μαγικές λύσεις. Για τον σκοπό αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό να υπάρχει ένα μαζικό, λαϊκό κίνημα που θα αντιδράσει σε παρόμοιες μεθοδεύσεις και θα μας επιτρέψει να κυβερνιόμαστε όπως θέλουμε, και όχι όπως μας υπαγορεύουν.
Τι θα συμβεί στην – όχι και τόσο απίθανη –  περίπτωση που οι δανειστές αρνηθούν τη διαγραφή μέρους του χρέους; Υπάρχει δυνατότητα μονομερούς διαγραφής και ποιες θα είναι οι συνέπειες μιας τέτοιας κίνησης, εφόσον γίνει;  Γενικότερα, υπάρχει δυνατότητα νομικής διαγραφής του χρέους;
Η ιδανική  λύση για την κατάργηση του μεγαλύτερου τμήματος του χρέους θα ήταν οι δανειστές να δεχθούν μια συναινετική λύση διαγραφής του, στο πρότυπο της διαγραφής του χρέους της Γερμανίας από την Διεθνή Διάσκεψη του Λονδίνου του 1953. Και τούτο γιατί το χρέος δεν αποτελεί μόνο ελληνική εθνική προτεραιότητα, ούτε καν κοινό πρόβλημα όλων των χωρών της περιφέρειας. Η συνέχιση της σημερινής κατάστασης, της συσσώρευσης δηλαδή ελλειμμάτων στο Νότο της Ευρώπης, που αντικρύζουν τα πλεονάσματα που συγκεντρώνει η Γερμανία και οι σύμμαχοι της, ουσιαστικά υπονομεύει μεσοπρόθεσμα την ίδια τη συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γιατί όμως οι δανειστές να δεχθούν μια παρόμοια λύση, εφόσον μέχρι σήμερα αποκλείουν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο παρόμοιο ενδεχόμενο; Μα ακριβώς γιατί η αδιαλλαξία τους μπορεί να οδηγήσει στο να μην πάρουν πίσω τίποτα από τα οφειλόμενα, εάν η χώρα μας αποφασίσει να ασκήσει τα δικαιώματα της, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. Η συναινετική λύση είναι η καλύτερη, εάν όμως επιλέξουν την αδιαλλαξία και τις μονομερείς ενέργειες οι δανειστές, κάθε άλλο παρά νομικά άοπλοι δεν θα είμαστε. Οι δύο βασικές νομικές κατασκευές σχετικά είναι η «κατάσταση ανάγκης» και η θεωρία του «επονείδιστου» ή «απεχθούς» χρέους (“odious debt”). Σύμφωνα με την τελευταία η άρνηση πληρωμής δεν ανάγεται σε αδυναμία αποπληρωμής, αλλά στην επίκληση του αντιδημοκρατικού ή καταχρηστικού χαρακτήρα του χρέους. Έτσι έγινε -με πρωτοβουλία των ΗΠΑ- η διαγραφή του επί Χουσεΐν χρέους του Ιράκ, αλλά και η κατά τα τρία τέταρτα απομείωση του χρέους του Ισημερινού, βάσει των πορισμάτων Διεθνούς Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου.
Με αφορμή τις επαφές του Αλέξη Τσίπρα στο εξωτερικό αλλά και στο εσωτερικό της χώρας, πολλοί ισχυρίζονται ότι “έβαλε πολύ νερό στο κρασί του”, προκειμένου να γίνει κυβέρνηση. Ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα αριστερό ή ένα κεντροαριστερό κόμμα;
Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα αριστερό κόμμα, με συνιστώσες που φτάνουν μέχρι αυτό που συνηθίζουμε να αποκαλούμε κεντροαριστερά. Να προσθέσω μόνον ότι πολλοί από τους εχθρούς του ΣΥΡΙΖΑ που σήμερα εμφανίζονται ως μεταρρυθμιστές ή κεντροαριστεροί, δεν είναι τίποτα από τα δύο.  Είναι καθαροί, βέροι νεοδεξιοί. Ακριβώς για το λόγο αυτό χρησιμοποιούνται ως ανάχωμα στην άνοδο της αριστεράς.
Οι θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ βρίσκουν απήχηση στο εξωτερικό; Και τι θα μπορούσε να σηματοδοτήσει για την σημερινή Ευρώπη της ύφεσης της λιτότητας και της ανεργίας,  η ενδεχόμενη ανάδειξή του στη διακυβέρνηση της χώρας;
Ό,τι και να γίνει, είμαστε ο καθρέφτης του μέλλοντος της Ευρώπης. Μας προγραμμάτιζαν για πειραματόζωα του νεοφιλελευθερισμού. Τώρα που το πείραμα των μνημονίων απέτυχε, η προοπτική μιας κυβέρνησης της αριστεράς μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης που θα προκαλέσει ένα ντόμινο αλλαγής των κοινωνικών συσχετισμών σε όλη την Ευρώπη.
Πρόσφατα ο  Ευρωπαίος  Επίτροπος κ. Κατάινεν απάντησε σε ερώτησή σας ως προς την εφαρμογή των μνημονίων στη Ελλάδα, ότι δεν υπάρχει έδαφος εφαρμογής το ευρωπαϊκό δίκαιο, ούτε ισχύει για εμάς  ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τι σημαίνει πολιτικά αυτή η δήλωση, η οποία  στην Ελλάδα υποβαθμίστηκε;
Σημαίνει δύο πράγματα: Πρώτον, ότι ακόμη και οι πρωτεργάτες των μνημονιακών πολιτικών αναγνωρίζουν ότι βρίσκονται σε προφανή αντίθεση με τα θεμελιώδη δικαιώματα που προστατεύει το ευρωπαϊκό δίκαιο. Δεύτερον, ότι οι πολιτικές αυτές ουσιαστικά έχουν θέσει τη χώρα μας εκτός Ευρώπης και την έχουν αποξενώσει από τις εγγυήσεις του κοινού ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού.
Κι εδώ θέλω να τονίσω ότι η ερώτηση μου είχε ως αφορμή πρόσφατη έκθεση του ειδικού εισηγητή  των Ηνωμένων Εθνών Σέφας Λούμινα  η οποία διαπιστώνει ότι τα μέτρα λιτότητας που λαμβάνει η ελληνική κυβέρνηση στο πλαίσιο του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής υποβαθμίζουν την προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων που προστατεύονται από Διεθνείς Συμβάσεις  των ΗΕ, αλλά και από το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ. Η έκθεση συστήνει στους  δανειστές να μην παρέχουν βοήθεια υπό όρους άσκησης παρεμβατικών και ταπεινωτικών πολιτικών που υπονομεύουν την ανάπτυξη και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Κυβέρνηση και ΕΕ έγραψαν στα παλιά τους παπούτσια τις εκκλήσεις του ΟΗΕ. Όταν ήρθε η γενικότερη έκθεση του κ. Λούμινα ενώπιον του Συμβουλίου Δικαιωμάτων των ΗΕ η χώρα μας δεν την ψήφισε. Όπως δεν ψήφισε, δύο εβδομάδες νωρίτερα, την απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των ΗΕ εναντίον των διεθνών οίκων και την σύνταξη μιας διεθνούς συνθήκης για την δίκαιη αναδιάρθρωση χρέους των υπερχρεωμένων κρατών.
Το τελευταίο διάστημα πληθαίνουν οι φωνές υπέρ μιας κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να συμμετέχει και υπό ποιες προϋποθέσεις;
Υπάρχουν εθνικά θέματα στα οποία είναι δυνατή –και μάλιστα επιβεβλημένη- η συνεργασία όλων των κομμάτων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η διεκδίκηση των γερμανικών αποζημιώσεων. Η ομάδα ευρωβουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ, μετά από πρόταση του Μανώλη Γλέζου, πράγματι πέτυχε τη συνεργασία όλων σχεδόν των Ελλήνων Ευρωβουλευτών γύρω από το στόχο αυτό.
Για τα περισσότερα όμως θέματα, ιδίως αυτά που αφορούν την οικονομία και τους θεσμούς, οι διαφορές μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και Νέας Δημοκρατίας είναι αξεπέραστες. Όσοι ονειρεύονται –ή προτείνουν- παρόμοια σενάρια «μεγάλου συνασπισμού» πρακτικά αποσκοπούν στο να ευνουχίσουν το ριζοσπαστικό δυναμικό του ΣΥΡΙΖΑ και να τον ενσωματώσουν στο παλαιοκομματικό σύστημα της διαπλοκής.
Πόσο πιθανή θεωρείτε την επανάληψη μιας κυβερνητικής λύσης ανάλογης με εκείνης της κυβέρνησης Παπαδήμου, προκειμένου να αποτραπεί η προσφυγή στις κάλπες;
Αδύνατη. Όχι μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ θα αντισταθεί σθεναρά σε κάθε παρόμοια προοπτική, αλλά και το σύνολο σχεδόν του ελληνικού λαού απορρίπτει, θεωρώ, παρόμοιες λύσεις που στερούνται εντελώς δημοκρατικής νομιμοποίησης.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Η Δημοκρατική της Ρόδου», στις 26/10/2014
Share.