Ομιλία Γιώργου Κατρούγκαλου για το Ασφαλιστικό στην Ολομέλεια 27-2-2020

0

ΙΗ΄ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΜΕΝΗΣ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΣΥΝΟΔΟΣ Α΄

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΡΗ΄

Πέμπτη  27 Φεβρουαρίου 2020

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΤΡΟΥΓΚΑΛΟΣ: Ευχαριστώ πολύ, κυρία Πρόεδρε.

Το να ασφαλιστικό θέμα πρέπει συγκαταλέγεται ανάμεσα στα εθνικά θέματα, όχι μόνο λόγω της κοινωνικής του διάστασης, που αφορά όλους τους εργαζόμενους, αλλά και για τη διασύνδεσή του με την οικονομία. Μπορεί να αποτελεί προωθητικό παράγοντα της ανάπτυξης, μπορεί όμως, να αποτελεί, όπως έγινε λόγω της κακοδιαχείρισης του παρελθόντος, και τον βασικό παράγοντα παραγωγής ελλειμμάτων. Είναι ένας από τους βασικούς λόγους που μας οδήγησαν, ανάμεσα στις άλλες αμαρτίες του οικονομικού και πολιτικού μας συστήματος, στη μεγάλη κατάρρευση του 2010.

Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπιζε το πολιτικό σύστημα μέχρι τη μεταρρύθμιση του 2016 το ασφαλιστικό είχε δύο βασικά χαρακτηριστικά. Ήταν πελατειακός, δηλαδή δεν αντιμετώπιζε ομοιόμορφα τους εργαζόμενους ασφαλισμένους, αλλά επεφύλασσε ειδική μεταχείριση ως προς ορισμένες κατηγορίες από αυτούς.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό, που ουσιαστικά απορρέει από το πρώτο, ήταν ο βαθύτατα ταξικός του χαρακτήρας. Αποτελεί συνέπεια του πρώτου, γιατί οτιδήποτε δεν εξασφαλίζει επαρκή προστασία για όλους, αλλά υπερπροστασία για λίγους και υποπροστασία για τους πολλούς, έχει προφανώς ταξικά χαρακτηριστικά σε βάρος των πολλών. Ταξικό ήταν, όμως, το ασφαλιστικό και σε άλλες εκδοχές και εκφάνσεις.

Για παράδειγμα, η άτοκη μεταχείριση των αποθεματικών του ασφαλιστικού μας συστήματος για τη χρηματοδότηση της εγχώριας βιομηχανίας, μπορεί να συντέλεσε στην ανάπτυξη, όμως, με έναν τρόπο μονομερή–δώρο προς τους εκλεκτούς του συστήματος. Ουσιαστικά καταλήστευσε, σε συνδυασμό με τη γενικότερη κακοδιαχείριση της περιουσίας των ταμείων, τα αποθεματικά τους, ούτως ώστε όταν ήρθε η κρίση να μην υπάρχει το «αμορτισέρ» των αποθεματικών για να την απορροφήσουν.

Αν πάρει κάποιος, μάλιστα, υπ’ όψιν του τη μεγάλη τελική καταστροφή με το PSI, αντιλαμβάνεστε ότι κληρονομήσαμε μία κατάσταση στην οποία έπρεπε να λύσουμε ταυτόχρονα δύο μείζονα ζητήματα:Το θέμα της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος και το θέμα της κοινωνικής δικαιοσύνης και επάρκειάς του. Αυτό σε συνθήκες μείζονας κρίσης, με 1 δισεκατομμύριο ευρώ έλλειμμα στα ταμεία, παρά τους ισχυρισμούς της κυβέρνησης ότι μας είχε παραδώσει ένα ισορροπημένο σύστημα.

Η μεταρρύθμιση είχε, λοιπόν, δύο βασικά χαρακτηριστικά. Το πρώτο ήταν η εξορθολογιστική μεταρρύθμιση με σκοπό την επαναφορά του συστήματος σε ισορροπία. Και αυτό, με ποιον τρόπο; Μέσω γενικών και απρόσωπων κανόνων ενός ενιαίου φορέα και επιπλέον με ενιαίους κανόνες. Οι ενιαίοι κανόνες για τις εισφορές και τις παροχές είναι το βασικό χαρακτηριστικό της μεταρρύθμισης, γιατί η μέχρι τότε ενοποιητική προσπάθεια ήταν ουσιαστικά προσπάθεια «Ποτέμκιν», δηλαδή, ενοποιούσε τα ταμεία, αλλά κρατούσε τους κανόνες παροχής συντάξεων όπως είχαν πριν.

Όμως, δεν μας ενδιέφερε μόνο το στοιχείο του εξορθολογισμού και της εξασφάλισης της βιωσιμότητας, αλλά και το στοιχείο της κοινωνικής δικαιοσύνης. Γι’ αυτό καθιερώθηκε η εθνική σύνταξη, γι’ αυτό καθιερώθηκαν ποσοστά αναπλήρωσης, τα οποία για τη μεγάλη πλειονότητα των χαμηλόμισθων και της μεσαίας τάξης εξασφάλιζαν ιδιαίτερα αυξημένα ποσοστά αναπλήρωσης.

Και αντίθετα με ό,τι ακούστηκε, ούτε η ανταποδοτικότητα είχε παραμεληθεί στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης. Να σας αναφέρω τα εξής χαρακτηριστικά: Τα ποσοστά αναπλήρωσης στα δύο τελικά κλιμάκια του προηγούμενου νομικού καθεστώτος, του ν.3863/2010, ήταν 1,4% και 1,5%. Τα δύο καταληκτικά κλιμάκια της μεταρρύθμισης ήταν 1,59% και 1,80%. Και ήδη, από τα τριάντα χρόνια ασφάλισης, το ποσοστό αναπλήρωσης του νόμου της μεταρρύθμιση ήταν στο 1,42%, δηλαδή ανώτερο από το 1,4% του ν. 3863/2010.

Το ότι το σύστημα ήταν ανταποδοτικό δεν φαίνεται μόνο σ’ αυτά τα στοιχεία που σας προανέφερα. Όταν εφαρμόστηκε ο επανυπολογισμός των συντάξεων εξακόσιες είκοσι χιλιάδες συνταξιούχοι, δηλαδή το ένα τέταρτο τυο συνόλου, είδαν από την εφαρμογή του νόμου της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης αυξήσεις μικρές ή μεγαλύτερες στη σύνταξή τους.

Ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά αυτών των εξακοσίων είκοσι χιλιάδων; Ήταν είτε χαμηλόμισθοι, που επωφελήθηκαν από το στοιχείο της κοινωνικής δικαιοσύνης του συστήματος, είτε άνθρωποι που είχαν δώσει υψηλές εισφορές ιδίως στα λεγόμενα ευγενή ταμεία δημοσιογράφων, τραπεζών και είχαν πληρώσει μεγαλύτερες εισφορές, οι οποίοι επωφελήθηκαν από την ανταποδοτικότητα.

Έρχομαι τώρα στο νόμο που συζητάμε. Δεν αποτελεί σε καμμία περίπτωση τομή. Αποτελεί μια περιορισμένη επιστροφή στο παρελθόν, μια περιορισμένη αντιμεταρρύθμιση, που όπως πολύ σωστά επισημάνθηκε από την εισηγήτριά μας, έχει ως βασικά χαρακτηριστικά την κοινωνική αδικία και την ταξική μονομέρεια. Αυτό συνιστά άλλωστε και το ουσιαστικό ποιοτικό χαρακτηριστικό της επιστροφής στο παρελθόν.

Δεν αποτελεί τομή, γιατί η βασική θεσμική λογική του νόμου της αναθεώρησης διατηρείται σε όλα του τα ουσιώδη στοιχεία. Ακόμη και στην περίπτωση των ελεύθερων επαγγελματιών, όπου αλλάζουν προς το πολύ χειρότερο, όπως θα προσπαθήσω να δείξω στη συνέχεια, οι κανόνες σε σχέση με τις εισφορές, ή παραμένουν οι ίδιοι κανόνες σε σχέση με τον υπολογισμό των συντάξεων.

Το σημαντικότερο είναι ότι δεν υλοποίησε η Νέα Δημοκρατία μία από τις προεκλογικές της εξαγγελίες για την πλήρη μετατροπή σε κεφαλαιοποιητικό σύστημα της επικουρικής ασφάλισης, πράγμα το οποίο θα συνιστούσε μείζονα επίθεση στον δημόσιο και αναδιανεμητικό χαρακτήρα του συστήματος.

Αυτή είναι μια από τις κατακτήσεις του κινήματος, που από την αρχή αντέδρασε εναντίον αυτής της προοπτικής. Η αντίστοιχη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ Ολ. 1891/2019), η οποία αποκλείει την ιδιωτικοποίηση του δημόσιου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης ή την πρόσδωση καθαρών κεφαλαιοποιητικών στοιχείων, που προσιδιάζουν στην ιδιωτική, σε αυτήν, ήταν, επίσης, απαγορευτικό.

Τα χαρακτηριστικά του νόμου είναι τέσσερα -και θα τρέξω γιατί εξαντλείται ο χρόνος μου-. Το πρώτο βασικό χαρακτηριστικό έχει ήδη επισημανθεί υπερεπαρκώς από την Εισηγήτριά μας, από τους ομιλητές του ΣΥΡΙΖΑ και τους ομιλητές άλλων κομμάτων: η εύνοια υπέρ των λίγων. Το 10% ωφελείται, το 90% βλάπτεται. Είναι μια επιλογή σε βάρος των πολλών, υπέρ των λίγων, με καθαρό ταξικό πρόσημο.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό, που δεν έχει -νομίζω-επισημανθεί σε ίσο βαθμό με το πρώτο, είναι η ιδιαιτέρα δυσμενής μεταχείριση των μισθωτών. Αυτό προκύπτει όχι μόνο από το γεγονός της σύγκρισης με την ίδια κατηγορία μισθωτών. Για παράδειγμα, πέραν του ότι θα πληρώσει κλάσμα του ό,τι πληρώνει ένας μισθωτός για τη βασική του σύνταξη, μπορεί να επιλέξει να πληρώσει μόνο όσα αντιστοιχούν στην παροχή υγείας της δεύτερη μισθολογικής κλίμακας, ενώ ένας μισθωτός, που έχει εισόδημα ας πούμε ίδιο με αυτό του ελεύθερου επαγγελματία, της τάξης των 50-60 χιλιάδων ευρώ, θα πληρώσει δέκα φορές μεγαλύτερη εισφορά υγείας. Αλλά δεν είναι αυτό το βασικό χαρακτηριστικό. Το βασικό χαρακτηριστικό είναι ότι βγάζει χρήματα έξω από το σύστημα ασφάλισης, και τα ελλείμματα που θα προκύψουν, μοιραία πάλι θα έρθουν να καλύψουν οι μισθωτοί, που δίνουν το 85% της συνολικής κάλυψης, και της ασφαλιστικής και της φορολογικής δαπάνης, στην Ελλάδα. Αυτή η αφαίρεση, αφαίμαξη χρημάτων από το σύστημα οδηγεί στο τρίτο χαρακτηριστικό της αντιμεταρρύθμισης, που είναι η λανθάνουσα ιδιωτικοποίηση που επιφέρει. Ναι μεν, όπως ανέφερα στην αρχή, τυπικά ιδιωτικοποίηση δεν γίνεται με νομικούς όρους, γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν αντισυνταγματικό, ενώ και το κίνημα έχει στραφεί αποφασιστικά εναντίον αυτής της προοπτικής. Όμως η δυνατότητα που δίνεται στα ανώτερα κλιμάκια, στα οποία ουσιαστικά χαρίζονται όσα αφαιρούνται από τους φτωχότερους και από τη μεσαία τάξη, να αξιοποιήσουν τα χρήματα που τους απομένουν σε ιδιωτική ασφάλιση, θα τους ωφελήσει προσωπικά, αλλά θα αδυνατίσει ιδιαίτερα το σύστημα. Έτσι οδηγούμαστε σε αυτό που ονομάζεται στη βιβλιογραφία«de facto ιδιωτικοποίηση». Προοπτικά θα είναι τόσο κακές οι παροχές του δημόσιου συστήματος, εφόσον θα υποχρηματοδοτείται, που όσοι θα μπορούν να φεύγουν από αυτό θα φεύγουν και θα πηγαίνουν προς την ιδιωτική ασφάλιση. Υπάρχει, λοιπόν, μια συνειδητή επιλογή υποβάθμισης των παροχών, ούτως ώστε να ωφεληθούν οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες και τα ανώτερα στρώματα.

Το τέταρτο χαρακτηριστικό έχει προσεχθεί ίσως λιγότερο από τα προηγούμενα και είναι δυνάμει το πιο επικίνδυνο. Είναι η επιστροφή ακριβώς στη λογική των κατακερματισμένων ρυθμίσεων και των υποσχέσεων προς όλους, χωρίς καμμία αναφορά στην ανταποδοτικότητα, με την έννοια της σύνδεσης των εισφορών με τις συνταξιοδοτικές παροχές. Γιατί έχει τόσα δεκάδες άρθρα αυτό το νομοσχέδιο, ενώ, όπως είπα προηγουμένως, δεν επιφέρει στην πραγματικότητα κάποια τομή; Διότι επιστρέφει πάλι στη λογική ότι μπορούμε να υποσχόμαστε τα πάντα σε όλους, μπορούμε να επιφέρουμε επιμέρους ρυθμίσεις, όχι με τη λογική εφαρμογής γενικών και απρόσωπων κανόνων, όπως ήταν το βασικό χαρακτηριστικό της δικής μας μεταρρύθμισης, αλλά με τη λογική που οδήγησε στον πολλαπλασιασμό των ελλειμμάτων. Γι’ αυτό και ακούμε υποσχέσεις, ότι και θα αυξηθούν τάχα οι συντάξεις, (όμως απέδειξε η κ. Αχτσιόγλου ήδη από την αναλογιστική έκθεση, ότι θα έχουμε μείωση της μέσης σύνταξης ήδη από τον επόμενο χρόνο), αλλά και ότι θα μειώσετε τις εισφορές. Ε, δεν γίνονται ταυτόχρονα αυτά τα πράγματα, δεν μπορούν να γίνουν. Επομένως, για όλους αυτούς τους λόγους που σας προανέφερα, η αντιμεταρρύθμιση αυτή, έστω και μερική, έχει σαφές ταξικό πρόσημο και κυρίως έχει αρνητικό πρόσημο για το σύνολο της κοινωνίας.

Η τελευταία μου φράση είναι ότι στο μέλλον θα πρέπει ιδιαίτερα να φροντίσουμε την προστασία της εθνικής σύνταξης. Στην αιτιολογική έκθεση του ν.4387/2016 σαφώς προσδιορίζεται ότι η εθνική σύνταξη αντιστοιχεί στο όριο της φτώχειας, στο διάμεσο δηλαδή 60% του εισοδήματος, όπως ορίζεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν μπορέσαμε όμως λόγω της διαπραγμάτευσης με τους τροϊκανούς να το ενσωματώσουμε αυτό ρητά στο κείμενο του νόμου. Θεωρώ λοιπόν ότι για το μέλλον, αυτό θα πρέπει να είναι μια φροντίδα όλων, όσοι θέλουν να προστατεύσουν τους πιο αδύναμους.

Αυτά ήθελα να σας πω, κυρία Πρόεδρε, και ευχαριστώ πολύ για την ανοχή σας.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΤΡΟΥΓΚΑΛΟΣ: Αγαπητέ, κύριε Υπουργέ, όπως γνωρίζετε οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας έκριναν συνταγματικό τον πυρήνα της μεταρρύθμισης, τις αποφάσεις αυτές και μάλιστα verbatim νομολογούν ότι είναι ένα σύστημα που αποκαθιστά τη διαγεναϊκή δικαιοσύνη.

Ορθά αναφέρατε ότι υπάρχουν τέσσερις περιπτώσεις ως προς τις οποίες διαπιστώθηκαν αντισυνταγματικότητες. Η πρώτη απ’ αυτές αφορά στις επικουρικές συντάξεις και στις περικοπές τους. Οι επικουρικές συντάξεις δεν είναι στοιχείο πυρηνικό της μεταρρύθμισης. Δεν αφορούν στη μεταρρύθμιση, αλλά επιβλήθηκαν από τις μνημονιακές υποχρεώσεις της εποχής, ήταν απόρροια του τρίτου μνημονίου το οποίο ψηφίστηκε και από τη Νέα Δημοκρατία. Προσωπικά είμαι ιδιαίτερα ευτυχής που αυτές οι περικοπές, οι οποίες δεν συναρτώνται σε καμμία περίπτωση με τον πυρήνα της μεταρρύθμισης, αναστράφηκαν. Δεν θα τις φέρναμε ποτέ εάν είχαμε τα χέρια μας ελεύθερα και δεν αφορούν καθόλου τα χαρακτηριστικά της μεταρρύθμισης.

Ως προς τα ποσοστά αναπλήρωσης προσπάθησα να αποδείξω προηγουμένως ότι ούτως ή άλλως ήταν υψηλότερα στα αντίστοιχα κλιμάκια, τα οποία συζητάμε σε σχέση με τον προηγούμενο νόμο, τον ν.3863/10. Τα αρχικά ποσοστά αναπλήρωσης που είχαμε προτείνει στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης στη τρόικα ήταν ακόμη υψηλότερα, μεγαλύτερα από αυτά που προτείνει η Κυβέρνηση στον υπό κρίση νόμο, όμως, δεν έγιναν δεκτά στη φάση της διαπραγμάτευσης. Όπως ο βασικός μας σκοπός ήταν τότε να προστατεύσουμε το εισόδημα του 90% των εργαζομένων, ακριβώς για αυτό τον λόγο δεχθήκαμε μια κλιμάκωση των ποσοστών που δεν εξασφάλιζε μεν τόσο υψηλές συντάξεις στα ανώτερα μισθολογικά κλιμάκια, αλλά πληρέστερη προστασία του εισοδήματος της μεσαίας τάξης και των χαμηλόμισθων.

Προσωπικά δεν θεωρώ αρνητική εξέλιξη τη βελτίωση των ποσοστών αναπλήρωσης και για τα υψηλότερα κλιμάκια, αλλά πρέπει η Κυβέρνηση να παραδεχθεί ότι αυτό έγινε δυνατόν ακριβώς επειδή η εφαρμογή της μεταρρύθμισης και η αναστροφή των ελλειμμάτων σε πλεονάσματα δημιούργησε τον αναγκαίο δημοσιονομικό χώρο. Δεν θα μπορούσατε να το είχατε κάνει αν είχατε κληρονομήσει το 1 δισεκατομμύριο ευρώ έλλειμμα που κληρονομήσαμε εμείς και την αδυναμία να πληρώνουμε στην πραγματικότητα συντάξεις στο τέλος κάθε μήνα αν δεν παίρναμε τα λεφτά από το ΕΣΥ, γιατί αυτό γινόταν πρακτικά μέχρι την εφαρμογή της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης.

Τέλος, για τα ελεύθερα επαγγέλματα, για τις ειδικές ρυθμίσεις προς τους ελεύθερους επαγγελματίες και γι’ αυτό που κρίθηκε αντισυνταγματικό: Δεν συμφωνώ με αυτή την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, τη θεωρώ εσφαλμένη νομικά. Αυτό που κρίθηκε αντισυνταγματικό ήταν η απόλυτη αντιστοίχιση των ελεύθερων επαγγελματιών με τους μισθωτούς ως προς το ποσοστό της εισφοροδοτικής ικανότητας. Ο κανόνας ασφαλιστικής μεταρρύθμισης ήταν απλός, 20% πρέπει να δίνουμε στο Ενιαίο Ασφαλιστικό Ταμείο από κάθε πηγή εισοδήματος που προέκυπτε από εργασία. Τη θεωρώ ορθή ρύθμιση. Θεωρώ λανθασμένη την αντίθετη εκδοχή της πλειοψηφίας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ακόμη όμως και η αναγκαία συμμόρφωση στην απόφαση δεν σήμαινε ότι η κυβέρνηση έπρεπε να εφαρμόσει αυτό που κάνει τώρα, τη μεγάλη αδικία σε βάρος των πολλών, τη μεγάλη αδικία σε βάρος των μισθωτών. Ήδη η κα Αχτσιόγλου ως Υπουργός, προβλέποντας ενδεχομένως ότι μπορεί να προσανατολιζόταν προς τα εκεί το Συμβούλιο της Επικρατείας, είχε τροποποιήσει τα ποσοστά εισφορών των ελεύθερων επαγγελματιών με τέτοιο τρόπο ώστε να ικανοποιείται το σκεπτικό της απόφασης περί διαφορετικής μεταχείρισης μισθωτών-αυτοαπασχολούμενων.

Όμως, νομίζω ότι η πληρέστερη ανασκευή αυτών που λέει ο κύριος Υπουργός δεν προέρχεται από εμένα, προέρχεται από το προχθεσινό editorial της «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ» που είπε με απλά λόγια, ότι φαίνεται να δίνονται δώρα προς ορισμένους σε βάρος της μισθωτής εργασίας, δώρα που αποσταθεροποιούν μακροπρόθεσμα τη σταθερότητα του ασφαλιστικού συστήματος -αυτό λέει η «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ»- και επιπλέον λέω και εγώ με έναν τρόπο κοινωνικά άδικο που ξανά ωφελεί τους λίγους εις βάρος των πολλών.

Ευχαριστώ πολύ.

Share.