Ομιλία Γιώργου Κατρούγκαλου στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος, 9-10-2019

0

Αγαπητοί κύριοι συνάδελφοι, θα ήμουν ιδιαίτερα ευτυχής, αν είχα ως κύριο πολιτικό αντίπαλο τον κ. Τζαβάρα ή ως εκφραστή των αντιλήψεων της Νέας Δημοκρατίας, ώστε σε επιμέρους πλευρές των προτάσεων του και για την κοινωνική ασφάλεια παραδείγματος χάρη για το ελάχιστο αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης -όπως το λέμε εμείς, γιατί δεν το συνδυάζουμε μόνο με το εισόδημα- να προσπαθήσουμε να δούμε τι θα μπορούσε να γίνει.

Όμως, κύριε Πρόεδρε, εκεί ακριβώς είναι οι ενστάσεις που θα ακολουθήσουν.

Συζητάμε εδώ για το μακρό πολιτικό χρόνο. Επιδιώκουμε συναινέσεις. Δεν μπορούμε να συζητήσουμε σαν να μην είχε γίνει η χθεσινή συζήτηση, που, κατά τη γνώμη μου, ήταν κλασική περίπτωση επίδειξης ρεβανσισμού και πολιτικής δειλίας, όχι μόνο γιατί δεν μπορεί να διαμερισματοποιηθεί η συζήτηση για τους θεσμούς, αλλά και για έναν άλλο βαθύτερο λόγο. Γιατί, κατά τη γνώμη μου, υποκρύπτει έναν μεγάλο βαθμό πολιτικής υποκρισίας που διαπερνά και τις προτάσεις σας και τη συμπεριφορά σας, στο θέμα της συνταγματικής αναθεώρησης, ήδη από την προτείνουσα Βουλή. Να σας θυμίσω ότι ψηφίσατε στην προτείνουσα Βουλή διάταξη για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, με την οποία ρητά έχετε δηλώσει ότι δεν συμφωνείτε.

Εδώ η υποκρισία είναι δεύτερου βαθμού, διότι η πρόταση, με την οποία λέτε ότι δεν συμφωνείτε, ήταν η πρόταση που είχατε καταθέσει το 2014, στο πλαίσιο της τότε πρότασης αναθεώρησης της Νέας Δημοκρατίας, με την υπογραφή όχι μόνο του τότε Πρωθυπουργού κ. Σαμαρά, αλλά και του νυν Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη.

Άρα, η υποκρισία εκεί συνίστατο στο ότι εμφανίζεστε να διαφωνείτε με τον εαυτό σας, μολονότι διαφωνείτε να ψηφίζετε τη θέση με την οποία διαφωνείτε, λέγοντας «δεν έχει σημασία τι ψηφίζουμε στην προτείνουσα Βουλή, θα τι πούμε αλλά στην επόμενη». Αυτό, αν μιλούσαμε μεταξύ ιδιωτών, θα ήταν έλλειψη σοβαρότητας. Επειδή μιλάμε μεταξύ πολιτικών υποκειμένων, είναι ουσιαστικά η υπονόμευση της θεσμικής σταθερότητας, ακριβώς γιατί εξαφανίζει το στοιχείο της εμπιστοσύνης από τον πολιτικό διάλογο.

Η ίδια συμπεριφορά συνεχίστηκε και από τη στιγμή που κερδίσατε τις εκλογές και σχηματίσατε την Κυβέρνηση. Εμφανίζεστε και μας λέτε ότι ήρθε η εποχή της καλής νομοθέτησης, να αφήσουμε πίσω αυτά τα οποία συνέβησαν τη μνημονιακή περίοδο. Και στο παρά πέντε έρχεται ο Υπουργός Εργασίας σας, πριν τελειώσει η συζήτηση στη Βουλή και περάσει από ψηφοφορίες, και καταθέτει αιφνιδιαστικά τροπολογίες που δεν είχαν κανένα χαρακτηριστικό επείγοντος.

Μιλάτε για σεβασμό στους θεσμούς και προσπαθείτε να παλινορθώσετε ένα κομματικό κράτος, κράτος της Δεξιάς, επεμβαίνοντας –πού; Έλασσον, αλλά εξ όνυχος τον λέοντα- στον πιο αποτελεσματικό θεσμό προστασίας από τα ναρκωτικά και απεξάρτησης, όπως είναι το ΚΕΘΕΑ.

Με ποια λογική, αγαπητοί συνάδελφοι της Νέας Δημοκρατίας, με πράξη νομοθετικού περιεχομένου που από το Σύνταγμα έχει ως σκοπό να αντιμετωπίσει επείγουσες και απρόβλεπτες ανάγκες, έρχεστε να επέμβετε και να καταργήσετε το αυτοδιοίκητο ενός πετυχημένου και αποδεκτού από την κοινωνία θεσμού; Δεν είναι αυτό ύψιστη υποκρισία; Δεν είναι θεσμική διγλωσσία;

Και ακούω τον συμπαθή μου κ. Τζαβάρα να λέει «πού τον βλέπετε τον νεοφιλελευθερισμό σε εμάς;». Και πράγματι στον κ. Τζαβάρα δεν τον βλέπω, γι’ αυτό και είπα μακάρι να ήταν αυτός ο οποίος προσδιορίζει την ουσία της πολιτικής της Νέας Δημοκρατίας.

Και βλέπω πάλι τον ίδιο Υπουργό Εργασίας να επαναφέρει στη ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων εκείνες τις απόψεις που μόνο το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, όχι οι Ευρωπαίοι εταίροι μας, ήθελε να επιβάλει στις εργασιακές σχέσεις, την πλήρη δηλαδή ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας και την άρση των προστατευτικών όρων των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, ένα μνημόνιο δηλαδή, τώρα που έχουμε φύγει από τα μνημόνια και από την κρίση, και να ισχυρίζεται ότι ο νεοφιλελευθερισμός είναι απών.

Δυστυχώς, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι της Νέας Δημοκρατίας, είναι ο «ελέφαντας» στην Αίθουσα.

Εγώ σέβομαι τους συναδέλφους της Νέας Δημοκρατίας που υποστηρίζουν αυτές τις νεοφιλελεύθερες απόψεις και λένε ότι το νερό είναι φθηνό και ότι θα πρέπει να ακριβύνει, ότι είναι καλύτερο να απολύονται πιο εύκολα οι άνθρωποι γιατί με αυτό τον τρόπο θα προσλαμβάνονται και πιο εύκολα κι έτσι η ευελιξία στην αγορά εργασίας θα είναι ένα θετικό κεκτημένο. Αυτές, όμως, είναι νεοφιλελεύθερες απόψεις. Αυτή είναι, δυστυχώς, η οικονομική ορθοδοξία που από τη δεκαετία του ’80 επιβάλλεται και ως πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ως εθνική πολιτική.

Και το νόημα των παρεμβάσεών μας, ειδικά στην ενότητα που συζητούμε, ήταν διπλό: Αφενός, πράγματι να κατοχυρώσει με αποτελεσματικότερο τρόπο, δίνοντας μεγαλύτερη κανονιστική πυκνότητα, καθιστώντας αγώγιμες διατάξεις που ήταν θετικές μεν στο Σύνταγμα του 1975, αλλά δεν μπορούσαν να εφαρμοστούν, όπως ήταν, από τα δικαστήρια. Αυτό είναι μια γενικότερη συζήτηση για το πώς μπορεί να γίνει αποτελεσματικότερη η προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων για την οποία έχουμε νομολογία σημαντική από συνταγματικά δικαστήρια τις δεκαετίες που κύλησαν μετά τη θέσπιση του Συντάγματος του 1975.

Όμως, είχαμε και έναν πολύ σημαντικότερο λόγο να επέμβουμε. Γιατί είχαμε τραύματα την περίοδο των μνημονίων. Και αν θέλουμε να επιστρέψουμε στην ευρωπαϊκή κανονικότητα, αυτά τα πράγματα πρέπει να τα πάρουμε υπόψη μας και να ενσωματώσουμε αναλόγως τις θεσμικές μας παρεμβάσεις.

Κυρίες και κύριοι, η ευρωπαϊκή νομιμότητα είχε προσβληθεί βαρύτατα από τα μνημόνια. Γι’ αυτό χρησιμοποιούσα εγώ και άλλοι συνταγματολόγοι τον όρο «παρασύνταγμα».

Ένα μόνο παράδειγμα θα δώσω, γιατί είναι στην ύλη που συζητάμε. Το αρμόδιο όργανο του Συμβουλίου της Ευρώπης για την παρακολούθηση του ευρωπαϊκού κοινωνικού χάρτη έκρινε, σε σειρά αποφάσεων, πλευρές των μνημονιακών πολιτικών σχετικών με τις συντάξεις και με τον υποκατώτατο μισθό αντίθετες με τον ευρωπαϊκό κοινωνικό χάρτη.

Αυτή η απόφαση δεν λήφθηκε καθόλου στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων, όχι μόνο από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο που δεν αναγνωρίζει γενικά κανένα κανονιστικό περιορισμό στην ελευθερία της αγοράς, αλλά δυστυχώς ούτε από τους Ευρωπαίους εταίρους μας. Και η υποκρισία εδώ, να σας θυμίσω, συνίσταται στο ότι μολονότι αρκετοί από εσάς -και πιστεύω ειλικρινά- υποστηρίζετε τα κοινωνικά δικαιώματα, τον αναθεωρημένο ευρωπαϊκό κοινωνικό χάρτη για είκοσι χρόνια δεν τον είχατε κυρώσει. Εμείς τον κυρώσαμε. Έχουμε επομένως εδώ συμπεριφορές που μπορούν να αντιπαραβληθούν και να κριθούν.

Ας πάμε στην ουσία. Ο κ. Τζαβάρας αν και είναι άνθρωπος που πιστεύει στην κοινωνική Ευρώπη, όπως και πολλοί από σας, είπε ότι λένε -για να μην αποδώσω στον ίδιο μία άποψη με την οποία μπορεί να διαφωνεί- ότι τα κοινωνικά δικαιώματα είναι διαφορετικής υφής από τα ατομικά, η δικαστική προστασία που μπορεί να παρέχεται σε αυτά δεν μπορεί να έχει την ένταση που έχουν οι κλασικές ελευθερίες. Υπάρχει μάλιστα και στην θεωρία η διάκριση ανάμεσα στις αρνητικές και τις θετικές ελευθερίες. Για οτιδήποτε θέλουμε να αποκρούσουμε την επέμβαση του κράτους μπορούμε να έχουμε αποτελεσματικές δικαστικές εγγυήσεις, για οτιδήποτε όμως θέλουμε μια θετική παρέμβαση του κράτους δεν είναι σωστό, ακόμα και σε σχέση με τα όρια της ελευθερίας να απαιτούμε κάτι τέτοιο.

Εκεί είναι η βασική διαφορά της δικής μας αντίληψης, της κοινωνικής, αυτή που επικράτησε και στην πραγματικότητα συν-προσδιόρισε το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο από την αντίληψη τη νεοφιλελεύθερη. Ο Χάγιεκ για παράδειγμα, δεν είναι αντίθετος στο να υπάρχει βοήθεια στους πιο αδύναμους, στο κλασικό του έργο «Ο δρόμος προς τη δουλεία» -δηλαδή προς την ανελευθερία- προτείνει να υπάρχει ένας αρνητικός φόρος, δηλαδή να επιστρέφονται χρήματα πίσω στους πιο αδύναμους. Θα επανέλθω σε αυτό όταν θα αντιπαραβάλω δική μας πρόταση με τη δική σας ως προς το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα.

Ποια είναι η βασική διαφορά; Ότι εμείς θέλουμε τα κοινωνικά δικαιώματα να μην είναι φτωχά δικαιώματα σαν κανονιστικό περιεχόμενο, να μην είναι δικαιώματα των φτωχών. Τα κοινωνικά δικαιώματα, όπως αυτό στην παιδεία, στην κοινωνική ασφάλιση, στην υγεία αφορούν όλο τον πληθυσμό, δεν αφορούν μόνο τους πιο αδύναμους. Και ακριβώς επειδή προστατεύουν αγαθά που είναι απαραίτητα για την ανάπτυξη της προσωπικότητάς μας, πρέπει να προστατεύονται με τον ίδιο τρόπο όπως και τα ατομικά.

Η διάκριση, λοιπόν, θετικών και αρνητικών ελευθεριών -μολονότι και από πολιτικά φιλελεύθερους προβάλλεται, όχι μόνο από νεοφιλελεύθερους οικονομικά- δεν μας αφήνει να αντιληφθούμε ακριβώς αυτή τη σημαντική τομή της συνταγματικής σκέψης στην ελευθερία. Ελευθερία πια δεν είναι όπως ήταν στο παρελθόν, απλώς να μην επεμβαίνει στη σφαίρα των δικαιωμάτων μας το κράτος. Ελευθερία είναι η δυνατότητά μας να αυτοπροσδιοριζόμαστε, να λέμε ποιος είμαστε, είναι τα θέματα ταυτότητας και να μπορούμε να αναπτύσσουμε την προσωπικότητά μας, με τον τρόπο που εμείς θέλουμε.

Γι’ αυτό το λόγο, λοιπόν, συναρτώνται όλες οι εκδηλώσεις της ελευθερίας στο πρωταρχικό δικαίωμα ανάπτυξης της προσωπικότητας μας. Αυτό πράγματι πρωτοποριακά, το άρθρο 5 παράγραφος 1, κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα μας άρα και τα δικαιώματα στη διαφορά. Όπως ξέρετε, έχουμε προβάλει μία βελτίωση του 5 παράγραφος 2, ώστε οι διακρίσεις να απαγορεύονται και για λόγους φύλου και για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού και οι προτάσεις που έχουμε για τα κοινωνικά δικαιώματα είναι σχετικές με αυτό.

Και προσέξτε κάτι, ειδικά εσείς, κύριοι συνάδελφοι της Νέας Δημοκρατίας, οι πολιτικά φιλελεύθεροι του 19ου αιώνα, εκεί που πράγματι ο πολιτικός φιλελευθερισμός πήρε την ουσία του, δεν ήταν αντίθετοι με την όψη της ελευθερίας, αυτή τη θετική, όπως την περιγράφω εγώ.

Θα σας διαβάσω απόσπασμα από ίσως τον κλασσικότερο φιλελεύθερο του 19ου αιώνα, τον John Stuart Mill. Είναι από το έργο του «Οι Σκέψεις για την Αντιπροσωπευτική Διακυβέρνηση», «Considerations on Representative Government». Τι λέει εκεί; «Όταν πάψει να ισχύει ως κανόνας ότι οι άνθρωποι θα προκρίνουν τα συμφέροντά τους υπεράνω των άλλων και τα συμφέροντα όσων είναι εγγύτερα σε αυτούς σε σχέση με τα συμφέροντα αυτών που είναι πιο μακράν από αυτούς, από τη στιγμή αυτή ο κομμουνισμός όχι μόνο είναι εφικτός, αλλά η μόνη υπεράσπιση μορφή της κοινωνικής οργάνωσης». Και χωρίς αμφιβολία όταν έρθει η ώρα αυτή, αυτό θα γίνει πραγματικότητα. Και συνέχισε «Δεν έχω δυσκολία να αποδεχθώ ότι ο κομμουνισμός θα μπορούσε από σήμερα να εφαρμοστεί μεταξύ των αρίστων των ανθρώπων και σιγά-σιγά και από τους υπόλοιπους».

Βέβαια, ο John Stuart Mill εδώ θεωρεί απλώς ως ηθική ανάγκη τον κομμουνισμό και ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο ο Μαρξ είχε διατυπώσει κριτική στο σύνολο αυτών των απόψεων που τις θεωρούσε ουτοπικές, γιατί θεωρούσε ότι δεν αρκεί να αλλάξει η ενδιάθετη τοποθέτησή μας, να θέλουμε να γίνουμε καλοί, όταν το ίδιο το περιβάλλον είναι αυτό της αγοράς που μας οδηγεί σε διαφορετικές συμπεριφορές. Και για αυτό το λόγο η περίοδος του 19ου αιώνα ήταν περίοδος πειραματισμού. Αποικίες κοινωνικές διοργανώνονταν από ανθρώπους που σκέφτονταν έτσι, τους λεγόμενους ουτοπικούς σοσιαλιστές, οι οποίες κατέρρεαν, με εξαίρεση λίγες στην Αμερική που εξελίχθηκαν σε πλήρεις επιχειρήσεις, ακριβώς γιατί δεν αρκεί να αλλάξουμε εμείς, αν δεν αλλάξει το περιβάλλον που μας διαμορφώνει.

Γι’ αυτό ο Μαρξ έλεγε «διαμορφώστε τον διαμορφωτή» ως βασική ανάγκη να αλλάξουμε τον κόσμο και στο πλαίσιο της γενικότερης λογικής του, ότι ενώ μέχρι τότε οι φιλόσοφοι είχαν σκοπό να ερμηνεύσουν τον κόσμο, η ουσία είναι να τον αλλάξουν.

Ας πάμε λίγο πιο συγκεκριμένα. Αυτή είναι η ουσία της διαφοράς της αντίληψης των κοινωνικών δικαιωμάτων ως απλώς ηθικής υποχρέωσης ή φιλανθρωπίας, σε σχέση με τη σύγχρονη αντίληψη ότι τα κοινωνικά δικαιώματα είναι νομικοί κανόνες που μπορούν να εφαρμόζονται από τα δικαστήρια και να επιβάλουν συγκεκριμένη συμπεριφορά στο κράτος. Αυτή είναι η μεγάλη τομή ανάμεσα στην αντίληψη της ηθικής υποχρέωσης της φιλανθρωπίας και της εξομοίωσης των κοινωνικών δικαιωμάτων με τα ατομικά. Αυτό δεν ήταν εύκολο.

Η πρώτη γενιά δικαιωμάτων απαιτούσε από το κράτος μόνο και μόνο αποχή, «μην επεμβαίνεις στη ζωή μου, μην επεμβαίνεις στην περιουσία μου, μην επεμβαίνεις στην ιδιοκτησία μου». Και προφανώς η κατοχύρωση των δικαιωμάτων αυτών ήταν μια σημαντική πρόοδος όχι μόνο στο επίπεδο των δικαιωμάτων της αστικής τάξης. Ένας δουλοπάροικος, ο όποιος έφευγε από το λατιφούντιό του και ζούσε έναν χρόνο και μια μέρα σε μία ελεύθερη πόλη, γινόταν αυτομάτως ελεύθερος. Από εκεί απορρέει αυτή η γερμανική παροιμία που λέει ότι «ο αέρας της πόλης σε κάνει ελεύθερο», «Stadtluft macht frei».

Όμως, ποια ήταν η διαφορά όταν μετά τη Γαλλική Επανάσταση και τη Βιομηχανική Επανάσταση άλλαξε ταυτόχρονα και το πολιτικό και το κοινωνικό πλαίσιο των κοινωνικών σχέσεων; Πράγματι ο εργάτης δεν είναι υποχρεωμένος, όπως ο δουλοπάροικος, να παρέχει την εργασία του στον εργοδότη του. Αν δεν παρέχει την εργασία του όμως, θα πεθάνει, γιατί δεν έχει άλλους τρόπους διαβίωσης. Εκεί έγκειται η κριτική της δικής μας σκέψης στα δικαιώματα αυτά ως τυπικά, όχι γιατί δεν έχουν ουσία, όχι γιατί δεν αποτέλεσαν μεγάλη πρόοδο στην ιστορία της ανθρωπότητας, αλλά γιατί δεν εξετάζουν την ουσία των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων.

Ακόμα περισσότερο ο 19ος αιώνας διαμόρφωσε τη σύγχρονη αντίληψη που έχουμε όχι μόνο για τα ατομικά, αλλά για τα κοινωνικά δικαιώματα, ακριβώς γιατί στράφηκε γύρω από το λεγόμενο κοινωνικό ζήτημα.

Το κοινωνικό ζήτημα τον 19ο αιώνα ήταν για αυτούς που είχαν την εξουσία πώς θα ενσωματωνόταν η εργατική τάξη στο πολιτικό σύστημα, χωρίς αυτό να δημιουργήσει σοσιαλισμό. Γιατί αρχικά όλα τα δικαιώματα, ακόμα και τα πολιτικά μπορούσαν να ασκηθούν μόνο από αυτούς που είχαν ιδιοκτησία. Δεν μπορούσες να ψηφίσεις, αν δεν είχες ιδιοκτησία. Μέχρι ουσιαστικά και τα μέσα του 19ου αιώνα, λιγότερο από 3% του πληθυσμού είχε δικαίωμα ψήφου.

Γι’ αυτόν τον λόγο ο δάσκαλος πολλών από εμάς, ο Αριστόβουλος Μάνεσης, έλεγε ότι από την ελευθερία της ιδιοκτησίας καταλήξαμε στην ιδιοκτησία της ελευθερίας, δηλαδή για να μπορέσεις να ασκήσεις δικαιώματα –η ανάγκη της ελευθερίας- έπρεπε να αποδείξεις ότι έχεις ιδιοκτησία.

Είναι ενδιαφέρον, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ότι η πολιτική λογική που υποστήριζε, ουσιαστικά, μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα αυτή την άποψη έχει χαρακτηριστικά όμοια με αυτά που και σήμερα όσοι είναι αντίθετοι με την εισαγωγή μορφών άμεσης δημοκρατίας, όπως τα δημοψηφίσματα, επικαλούνται. Τα επιχειρήματα αυτά ήταν του είδους: Πώς είναι δυνατόν η ψήφος ενός καθηγητή πανεπιστημίου να είναι ίδια με την ψήφο ενός αμόρφωτου; Και ένα βήμα παρακάτω: Πώς είναι δυνατόν να περιμένουμε υπευθυνότητα απέναντι στην ιδιοκτησία των άλλων από αυτούς που δεν έχουν ιδιοκτησία;

Για αυτόν το λόγο, λοιπόν, τα κοινωνικά δικαιώματα έχουν μια πορεία διεκδίκησης τον 19ο αιώνα με δύο εντελώς διαφορετικές κοίτες διαμόρφωσης. Η μία ήταν επαναστατική. Η μόνη πανευρωπαϊκή επανάσταση που έχουμε ως σήμερα είναι η Επανάσταση του 1848. Ξεκίνησε στη Γαλλία, επεκτάθηκε στη Γερμανία, στην Ισπανία, στην Ιταλία και ήταν η μοναδική επανάσταση, από αυτές του 19ου αιώνα, που είχε κατεξοχήν κοινωνικό περιεχόμενο. Είχε και πολιτικό περιεχόμενο, απέναντι ειδικά στο καθεστώς της Βασιλείας στη Γαλλία. Εκεί, λοιπόν, αυτό που διεκδικούσαν πρωταρχικά οι εκπρόσωποι της εργατικής τάξης ήταν το δικαίωμα στην εργασία, το δικαίωμα στην εκπαίδευση και την επέκταση του δικαιώματος ψήφου, ακριβώς γιατί και τα τρία ήταν αλληλένδετα.

Στο επιχείρημα πώς ο αμόρφωτος θα πάει να ψηφίσει η απάντηση ήταν «κάντε καθολικό το δικαίωμα στην εκπαίδευση». Απέναντι στα επιχειρήματα που αφορούσαν την ιδιοκτησία ήταν «να έχουμε δουλειά για να μπορούμε να έχουμε εισοδήματα και αυτονομία» και ως αποτέλεσμα αυτών, να υπάρχει και το δικαίωμα στην πολιτική συμμετοχή. Υπήρξε παράλληλα -και ορθά λέει ο κ. Τζαβάρας- και μια διάσταση, η οποία είχε χαρακτηριστικά κρατικού πατερναλισμού. Ο Βίσμαρκ χρησιμοποίησε πράγματι μια τακτική μαστίγιου-καρότου. Απαγόρευσε κάθε συνδικαλιστική δραστηριότητα, έθεσε εκτός νόμου το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα της Γερμανίας -αυτοί οι νόμοι λέγονται στη βιβλιογραφία Socialistengesetze- και ταυτόχρονα έδωσε και το καρότο της κοινωνικής ασφάλισης. Προσοχή, όχι ως δικαίωμα ισότιμο με τα άλλα, όπως θα διεκδικούσαν οι επαναστάτες του 1848, αλλά ως έναν μηχανισμό που αντιγράφει την ιδιωτική ασφάλιση, που την ξέρουμε τουλάχιστον από τότε με τη μεγάλη πυρκαγιά του Λονδίνου, που προβλέπει ότι δίνεις μια ασφαλιστική συμμετοχή και ως αντάλλαγμα της ασφαλιστικής συμμετοχής, όταν επέλθει ένας κίνδυνος, αποζημιώνεσαι. Αντί των κοινών κινδύνων, όπως ήταν η πυρκαγιά ή η απώλεια ζωής, ήρθε πρώτα το εργατικό ατύχημα –σωστά- στη συνέχεια η ασθένεια, στη συνέχεια τα γηρατειά και τελευταίο –προσέξτε, ουσιαστικά λίγο μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο γενικευμένο- η ασφάλιση κατά της ανεργίας, γιατί η ανεργία θεωρούταν ευθύνη του εργαζόμενου αν δεν μπορούσε να βρει δουλειά και τότε.

Ποια ήταν και εδώ η μεγάλη τομή; Όταν από το Σύνταγμα της Βαϊμάρης και μετά, αυτή η πατερναλιστική λογική που ουσιαστικά ήθελε να ενσωματώσει την εργατική τάξη χωρίς να της αναγνωρίσει όμως δικαιώματα της ίδιας ποιότητας με αυτά των ατομικών δικαιωμάτων, παραμερίστηκε. Το Σύνταγμα της Βαϊμάρης έχει μια βασική για τη σύγχρονη νομική σκέψη ρήτρα, ότι η ιδιοκτησία υποχρεώνει. Δεν είναι δηλαδή η βάση των δικαιωμάτων. Δεν θα έχεις ιδιοκτησία για να μπορείς να ψηφίζεις. Δεν είναι προϋπόθεση αυτό. Αντίθετα, όποιος έχει ιδιοκτησία έχει υποχρέωση αλληλεγγύης, προοδευτική φορολογία, την υποχρέωση να ανέχεται επεμβάσεις στην ελευθερία του συνεταιρίζεσθε, όπως ήταν το ελάχιστο ωράριο. Και τα δύο αυτά που σας λέω στη Μέκκα του καπιταλισμού, για το μεν πρώτο, την προοδευτική φορολογία, χρειάστηκε συνταγματική αναθεώρηση –amendment- ως προς δε το δεύτερο, το ωράριο, ήταν η βασική σύγκρουση ανάμεσα στον Ρούσβελτ και το New Deal και το Supreme Court.

Κι εγώ ξεπέρασα τον χρόνο. Είδατε, αυτή η αντιπαράθεση όχι τόσο στις συγκεκριμένες διατάξεις, καταλήγει εκεί. Θα προσπαθήσω να…

Ναι, όμως το παρελθόν, κυρία Γιαννάκου -ευχαριστώ για την παρέμβαση- μάς δείχνει την ουσία της σύγκρουσης μας. Η ουσία της σύγκρουσής μας είναι ότι εμείς βλέπουμε τα κοινωνικά δικαιώματα ως πρόσθετο προσδιορισμό της αυτονομίας των ανθρώπων, για να μπορούμε να αναπτύσσουμε ελεύθερα την προσωπικότητά μας. Ορισμένοι από εσάς, εσάς όπως και τον κύριο Τζαβάρα σας εξαιρώ από αυτό…

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΤΡΟΥΓΚΑΛΟΣ (Γενικός Εισηγητής της Μειοψηφίας): Κύριοι συνάδελφοι, φαντάζομαι θα αντιλαμβάνεστε ότι η υποστήριξη της άποψής μου δεν εξαρτάται από το αν έχει και τη δική σας υποστήριξη. Και αν έχω από όλους σας μια διατύπωση ανάλογη με αυτήν που άκουσα από τον κ. Τζαβάρα και την κυρία Μπακογιάννη, ότι «δεν είμαστε νεοφιλελεύθεροι», πολύ ευχαρίστως να καταγραφεί και να την αποδεχτώ. Όμως η πολιτική την οποία εφαρμόζετε δεν είναι απλώς νεοφιλελεύθερη, είναι η πιο ακραία νεοφιλελεύθερη πολιτική, αυτή που το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προωθούσε, αυτή που κάτω από ακραίους εκβιασμούς αναγκαστήκαμε αρκετές φορές για λόγους εθνικού συμφέροντος να δεχθούμε και που πάντοτε, όταν βγήκαμε μετά από τα μνημόνια, μετά το ’18, την ανατρέψαμε. Και τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας επαναφέραμε και τους άλλους εκβιασμούς του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου αποτρέψαμε.

Η βασική μας διαφορά είναι ότι ακριβώς επειδή δεν ήταν δική μας ιδεολογία, εμείς δεν επιμένουμε να τις εφαρμόζουμε και τώρα που είμαστε εκτός κρίσης, εκτός μνημονίων. Επομένως, εσείς θα πρέπει να εξηγήσετε γιατί θα εφαρμόσετε, όπως ήδη έχουμε ακούσει τον κύριο Υπουργό Εργασίας να λέει, την πολιτική του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, χωρίς Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Για να ολοκληρώσω, γιατί έχω υπερβεί και εγώ αρκετά τον χρόνο…

Φαντάζομαι ότι υπάρχουν διατάξεις όπου ακόμα και η κρατούσα νεοφιλελεύθερη άποψη, όπως τη διαπιστώνω εγώ, στη Νέα Δημοκρατία, δεν μπορεί να σας εμποδίσει να τις δεχθείτε.

Είναι δυνατόν να μη δεχτείτε, για παράδειγμα, την απαγόρευση διακρίσεων λόγω φύλου ή σεξουαλικού προσανατολισμού;

Όταν πηγαίνετε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, σ’ όλα τα διεθνή forum, στο Συμβούλιο της Ευρώπης, στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ο μείζων πολιτικός σας χώρος, το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, είναι υπέρ των δικαιωμάτων αυτών των λεγομένων «LGBTQ+» –«plus», λένε τώρα- ανθρώπων, είναι δυνατόν ακόμα και σ’ αυτό το σημείο να ακολουθήσετε αυτήν την πολιτική υποκρισίας, την οποία κατήγγειλα στην αρχή;

Και ως προς το τελευταίο ζήτημα, θέλω να μιλήσω, ακριβώς γιατί ίσως να υπάρχει μια μικρή περίπτωση σύμπτωσης της άποψής μας. Εμείς θεωρούμε ότι το αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης δεν εξαρτάται απλώς από ένα επίδομα που θα δίνεται, γιατί αυτό το επίδομα από τα πράγματα δεν μπορεί να καλύπτει το σύνολο των αναγκών των ανθρώπων.

Εμείς πιστεύουμε ότι είναι βασικό να κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα ένα πλέγμα καθολικών κοινωνικών υπηρεσιών –παιδικοί σταθμοί- και όταν αυτές δεν μπορεί να ικανοποιηθούν ή παράλληλα με αυτές να υπάρχει και το αντίστοιχο πλέγμα οικονομικών ενισχύσεων.

Επομένως, για να έχει ουσιαστική κατοχύρωση η ρύθμιση αυτή, θα πρέπει πάντοτε να παίρνει υπ’ όψιν το σύνολο των ανθρωπίνων αναγκών και να έχει εκείνη τη διατύπωση που θα καθιστά όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερη τη δικαστική της προστασία.

Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας.

Share.