Ομιλία Γιώργου Κατρούγκαλου στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος, 17-10-2019

0

Κύριε Πρόεδρε, αγαπητοί συνάδελφοι, είναι από τα μείζονα θέματα και γιατί άπτεται της λειτουργίας του πολιτεύματος, αλλά και γιατί είναι σχετικό με την ανάγκη να προστατεύσουμε την τιμή του πολιτικού κόσμου, ειδικά σε μια περίοδο που, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στο διεθνές πολιτικό περιβάλλον, η πολιτική γενικά βρίσκεται στο στόχαστρο.

Ορθά έφερε ο κ. Τζαβάρας ότι βρισκόμαστε στο πεδίο έντασης δύο συνταγματικών αρχών και απαιτήσεων. Από τη μία μεριά έχουμε την αρχή της ισονομίας, της ισότητας γενικά απέναντι στον νόμο που επιβάλλει όμοια μεταχείριση όλων και από την άλλη μεριά έχουμε την αρχή της αναγκαίας θεσμικής εγγύησης, τόσο σε ό,τι αφορά τους Βουλευτές, όσο και σε ό,τι αφορά τους Υπουργούς, για να μπορούν να ασκούν τα καθήκοντά τους χωρίς εξωτερικές πιέσεις εκβιαστικού χαρακτήρα.

Για να αντιληφθούμε, όμως, πλήρως την ένταση ανάμεσα στις δύο αυτές αρχές πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι υπάρχει και μια άλλη εσωτερική ένταση που ανάγεται στη γενεαλογία του θεσμού, ανάμεσα στα πολιτικά και τα ποινικά χαρακτηριστικά του.

Πώς ξεκίνησε η διαδικασία; Ξεκίνησε μέσω της προσπάθειας ποινικού ελέγχου των πολιτικών πράξεων του ανεύθυνου ανώτατου άρχοντα. Επειδή δεν μπορούσε να ασκηθεί έλεγχος απευθείας στις πράξεις του μονάρχη, τα κοινοβούλια και ειδικά το αγγλικό κοινοβούλιο επεδίωξε μέσω της διαδικασίας του impeachment, του ποινικού δηλαδή ελέγχου των Υπουργών, να ελέγξει τους Υπουργούς κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Και αυτή η διαδικασία, η οποία τύποις ήταν ποινική, στην πραγματικότητα ήταν πολιτική.

Αυτή η εξέλιξη υπήρχε σε όλη τη διάρκεια του 18ου και του 19ου αιώνα. Μάλιστα, όπου επικρατούσε το δημοκρατικό ρουσσωικό στοιχείο, η πολιτική πλευρά απορροφούσε πλήρως την ποινική. Έτσι, για παράδειγμα, στα γαλλικά επαναστατικά συντάγματα του ’91 και του ’95, όχι απλώς ασκείτο η ποινική δίωξη από τη Βουλή, αλλά και η δικαιοδοσία κατά των πολιτικών αξιωματούχων ανήκε σε ειδικό δικαστήριο που αποτελούνταν από ενόρκους που εκλέγονταν ad hoc από τις εκλογικές συνελεύσεις, το departmont δηλαδή. Είχε απορροφηθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό η ποινική διάσταση από την πολιτική.

Και τα ελληνικά επαναστατικά συντάγματα προέβλεπαν την εκδίκαση, όχι απλώς την άρση της ποινικής δίωξης, των κατηγοριών κατά των μελών της εκτελεστικής λειτουργίας από το Βουλευτικό, ρύθμιση που μόνο τα Συντάγματα του ’44, του ’25 και του ’27 επανέλαβαν, αναθέτοντας τη σχετική αρμοδιότητα στη Γερουσία.

Ανάλογη είναι η διαδικασία που εξακολουθεί να επικρατεί σήμερα στις Ηνωμένες Πολιτείες, η διαδικασία του impeachment. Θα καταλήξει στη Γερουσία η εκδίκαση της υπόθεσης, αν κινηθεί η διαδικασία πράγματι από την Κάτω Βουλή, από το Κογκρέσο.

Γιατί αναφέρομαι σε αυτή την ιστορική διαδρομή; Αφενός για να δείξω την ένταση ανάμεσα στο πολιτικό και στο ποινικό στοιχείο, αλλά για να δείξω και την εξέλιξη του τι θεωρείται αδίκημα. Ορθά ότι ο κ. Τζαβάρας αναφέρθηκε στο ότι στο παρελθόν είχαμε αντιλήψεις ιδιώνυμων ποινικών αδικημάτων.

Τον 19ο αιώνα μάλιστα ,ακριβώς επειδή επιβίωνε αυτή η αντίληψη της οιονεί πειθαρχικής αρμοδιότητας των Υπουργών μέσω του impeachment, είχαμε μια υπερδιεύρυνση των ειδικών προβλεπόμενων αδικημάτων, όχι μόνο με την πρόβλεψη ιδιώνυμων, όπως είπε ο κ. Τζαβάρας, αλλά και μια παράλληλη τάση ως «λευκοί ποινικοί νόμοι»,  Blanc Strafgesetze όπως λέγονται στην γερμανική έννομη τάξη, να παραπέμπονται ως υπουργικά αδικήματα το σύνολο των αδικημάτων της έννομης τάξης.

Αντίθετα η τάση την οποία πρέπει να καθιερώσουμε σήμερα είναι η εξής: Για να υπηρετηθεί η θεσμική εγγύηση της προστασίας που πρέπει να έχει το πολιτικό προσωπικό στην άσκηση των καθηκόντων του, αλλά ταυτόχρονα να υπηρετηθεί και η αρχή της ισονομίας, μόνο εκείνα τα αδικήματα που στενά συνδέονται με τη λειτουργία του πολιτικού προσωπικού πρέπει να τύχουν ειδικής μεταχείρισης. Και για το μεν άρθρο 62, αυτό ήδη αποτυπώνεται στον Κανονισμό της Βουλής και ερχόμαστε απλώς να το τυποποιήσουμε συνταγματικά.

Εκεί κατατείνει και η πρότασή μας, τόσο σε ό,τι αφορά την κατάργηση της αποσβεστικής προθεσμίας και σε ό,τι αφορά την ερμηνευτική δήλωση που προτείνουμε, κατά την οποία μόνο τα υπουργικά αδικήματα τα οποία συνδέονται στενά με την άσκηση του λειτουργήματός του Υπουργού εμπίπτουν στο άρθρο 86. Μόνο για αυτά, δηλαδή, απαιτείται να δοθεί η άδεια από τη Βουλή, ενώ για όλα τα υπόλοιπα αδικήματα έχει αρμοδιότητα μόνο ο κοινός δικαστής.

Προσέξτε, όμως, τώρα ένα σημείο που θα πρέπει να δούμε για το πώς αντιμετωπίζεται η πολιτική διαφθορά διεθνώς και μια εξέλιξη που υπάρχει στον τρόπο αντιμετώπισής της. Μέχρι τη δεκαετία του ’70, μέχρις ότου δηλαδή ενισχυθεί απολύτως η τάση της παγκοσμιοποίησης, η διαφθορά θεωρείτο ένα είδος υποανάπτυξης του πολιτικού συστήματος.

Τα ανεπτυγμένα πολιτικά συστήματα δεν είχαν, τα υποανάπτυκτα με την εξέλιξή τους θα τα αντιμετώπιζαν.

Αντίθετα, διαπιστώθηκε στη συνέχεια ότι οι γενικότερες τάσεις παγκοσμιοποίησης της οικονομίας εμφανίζουν νέες εστίες διαφθοράς μέσω της λειτουργίας πολυεθνικών εταιρειών, για παράδειγμα, οι οποίες μέσω προμηθειών εξασφάλιζαν ειδική μεταχείριση των δικών τους προϊόντων σε σχέση με ανταγωνιστικά προϊόντα. Οι μίζες, με λίγα λόγια, στα εξοπλιστικά προγράμματα δεν είναι χαρακτηριστικό μόνο της ελληνικής έννομης τάξης.

Γι’ αυτόν τον λόγο, στην Αμερική ξεκίνησε ήδη από τη δεκαετία του 1970 ένας νόμος για την ποινικοποίηση της δωροδοκίας ως μέσο επίτευξης επιχειρησιακών συμφωνιών με αλλοδαπά κράτη. Είναι η Foreign Corrupt Practices Act του 1977, διότι αντελήφθη η επιχειρηματική τάξη των Ηνωμένων Πολιτειών ότι η γενικευμένη πρακτική της διαφθοράς συνιστούσε στην πραγματικότητα εργαλείο αθέμιτου ανταγωνισμού σε βάρος των επιχειρήσεων που δεν ασκούσαν παρόμοιες πρακτικές. Και γι’ αυτόν τον λόγο, λοιπόν, ήδη από τη δεκαετία του 1990, έχει καταρτιστεί στο πλαίσιο του ΟΟΣΑ η Διεθνής Σύμβαση για την Καταπολέμηση της Δωροδοκίας σε ό,τι αφορά τις διεθνείς εμπορικές δοσοληψίες.

Η παγκοσμιοποίηση όμως και γενικά η επέκταση των σχέσεων της αγοράς δημιουργεί και μια άλλη υπόγεια ένταση. Υπάρχει μια εγγενής αντίφαση και ένταση ανάμεσα στη δημοκρατική αρχή της λαϊκής κυριαρχίας που επιδιώκει να ρυθμίσει την οικονομία με όρους πολιτικής και την αντίθετη νεοφιλελεύθερη αντίληψη, που θέλει η ελευθερία της αγοράς να λειτουργεί με τους φυσικούς ρυθμούς της και να επιβάλει αυτή τους κανόνες στην πολιτική.

Με αυτή την έννοια, λοιπόν, η νέα κατάσταση που δημιουργείται στο πλαίσιο της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας -και μάλιστα με καθεστώς κυρίαρχων αντιλήψεων των νεοφιλελεύθερων- δημιουργεί την ανάγκη πρόσθετης προστασίας απέναντι σε παρόμοια φαινόμενα, μάλιστα λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι δεν έχουμε μόνο περιπτώσεις κλασικής διαφθοράς που συνιστούν αυτόχρημα και ποινικό αδίκημα, αλλά ότι έχουμε και περιπτώσεις αδιαφανών σχέσεων ιδιωτικών ομάδων συμφερόντων με τα δημόσια κέντρα λήψης απόφασης, που μπορεί να μην παραβιάζουν απαραίτητα τον ποινικό νόμο, παραβιάζουν όμως οπωσδήποτε τη δημοκρατική αρχή.

Φαινόμενα lobby ή φαινόμενα -ακόμα χειρότερα- πρώην πρωθυπουργών, καγκελάριων, ή προέδρων, οι οποίοι μόλις αποχωρούν από την πολιτική εξουσία αναλαμβάνουν θέσεις ευθύνης σε μεγάλες ιδιωτικές εταιρείες που έχουν σχέσεις με τα κράτη, δημιουργούν ένα μεγάλο ζήτημα ηθικής τάξης, το οποίο ναι μεν δεν είναι αξιόποινο, είναι όμως σημαντικό από την άποψη της ανάγκης να αντιμετωπιστεί ακριβώς αυτή η κρίση της πολιτικής απέναντι στα μάτια του εκλογικού σώματος και γενικότερα του λαού.

Αυτό το φαινόμενο στην Ελλάδα χρειάζεται ακόμα μεγαλύτερη προσοχή και αντιμετώπιση, ακριβώς γιατί έχουμε ένα ειδικό παραγωγικό μοντέλο που συναρτάται με τη διαπλοκή πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων στην κορυφή της εξουσίας.

Όλα αυτά, λοιπόν, που σας προανέφερα δημιουργούν την ανάγκη να σταθούμε απέναντι στο πρόβλημα και να το αντιμετωπίσουμε με έναν τρόπο που να έχει χαρακτηριστικά μονιμότητας.

Η Αναθεώρηση του 2001, όχι απλώς δεν αντιμετώπισε αυτά τα ζητήματα τα οποία λέμε, αλλά στην πραγματικότητα επιδείνωσε τις δυνατότητες του κοινού νομοθέτη να ρυθμίσει ορθολογικά το ζήτημα. Με ποιον τρόπο; Εισήγαγε για πρώτη φορά την αποσβεστική προθεσμία στη συνταγματική έννομη τάξη, επιβάλλοντας πολύ σύντομα χρονικά διαστήματα για τη δυνατότητα άσκησης ποινικής δίωξης. Σε αυτό υπάρχει –νομίζω- στην Αίθουσα μια γενική συμφωνία να καταργηθεί. Να καταργηθεί, λοιπόν, αυτή η συνταγματική ρύθμιση!

Από εκεί μετά, το μείζον ζήτημα το οποίο γεννιέται είναι πώς θα διαφοροποιηθούν τα αδικήματα των Υπουργών, για τα οποία θα πρέπει να δίνεται η άδεια της Βουλής, από τα υπόλοιπα αδικήματα. Και εκεί νομίζω ότι έχουμε μια σταθερή νομολογία των δικαστηρίων. Εμείς ζητούμε με την ερμηνευτική δήλωση που προτείνουμε να προστεθεί απλώς να τυποποιηθεί συνταγματικά.

Αυτή η ερμηνευτική δήλωση, λοιπόν, ζητά να αποδεχτούμε ότι μόνο τα υπουργικά αδικήματα, τα οποία συνδέονται στενά με την άσκηση του λειτουργήματος του Υπουργού -στα γαλλικά υπάρχει όρος «act rata-sable», αυτά που μπορούν να συνδεθούν αναπόσπαστα με την ιδιότητα του Υπουργού- να θεωρούνται αδικήματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 86. Μόνο γι’ αυτά απαιτείται να δοθεί άδεια από τη Βουλή. Για όλα τα υπόλοιπα ο Υπουργός έχει τον φυσικό του δικαστή.

Νομίζω, λοιπόν, ότι με αυτόν τον τρόπο και θα ρυθμίσουμε ένα ζήτημα το οποίο από πολύ καιρό εκκρεμεί και συνιστά ένα από τα μείζονα θέματα κρίσης της αξιοπιστίας του πολιτικού μας συστήματος και δίνουμε μια θετική απάντηση και στην ανάγκη να έχουμε ασφάλεια δικαίου, για να μην υποτιμήσουμε και την ανάγκη της θεσμικής εγγύησης, που και αυτή θα πρέπει να είναι παρούσα.

Εμείς πιστεύουμε, λοιπόν, ότι αυτά τα θέματα δεν αφορούν μόνο την ποινική πλευρά του ζητήματος, αφορούν και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την πολιτική. Κατά μία έννοια, η διαφθορά των πολιτικών αποτελεί την υπερθετική προβολή της ηθικής της αγοράς, ότι όλα μπορούν να αγοραστούν ή να πωληθούν. Θα πρέπει εδώ από την Ελληνική Βουλή να δώσουμε ένα σαφές μήνυμα ότι δεν ισχύει κάτι τέτοιο και ότι κάνουμε ό,τι μπορούμε, ώστε όσοι βάζουν το δάχτυλο στο μέλι να έχουν την τιμωρία που πρέπει και ταυτόχρονα να υπάρχει και η ανάγκη προστασίας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους των ευσυνείδητων πολιτικών, που ενεργούν ως πράγματι υπηρέτες της βούλησης του λαού.

Και -κακά τα ψέματα- κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, έχει έρθει η ώρα να το κάνουμε. Δεν είναι λίγα τα πολιτικά σκάνδαλα τα οποία ενέπλεκαν Υπουργούς. Ανήκει στις μεγάλες αδυναμίες συνολικά της ελληνικής έννομης τάξης ότι για τα περισσότερα από αυτά δεν ήταν δυνατόν να διαλευκανθούν από τους εσωτερικούς μηχανισμούς, την ελληνική Δικαιοσύνη, τη Βουλή. Περιπτώσεις, όπως -ας πούμε- η υπόθεση Τσοχατζόπουλου λύθηκε με στοιχεία που μας ήρθαν από ξένες πηγές, από τη γερμανική Δικαιοσύνη.

Τώρα, λοιπόν, είναι η στιγμή να αντιμετωπίσουμε με παρρησία το ζήτημα, να διορθώσουμε την αρνητική κατεύθυνση που πήρε επί του συγκεκριμένου ζητήματος η Αναθεώρηση του 2001, καταργώντας τη σύντομη αποσβεστική προθεσμία, να εξασφαλίσουμε ισότιμους όρους ποινικής δίωξης για το πολιτικό προσωπικό, παίρνοντας πάντοτε υπ’ όψιν και τη σχετική θεσμική εγγύηση.

Η πρότασή μας που έχει κατατεθεί είναι αυτή στην οποία επιμένουμε και νομίζουμε ότι ούτως ή άλλως υπάρχει σε αυτό το σημείο σημείο επαφής και με τη Νέα Δημοκρατία και με τις άλλες παρατάξεις στον χώρο, την οποία υποδεχόμαστε.

Share.