Ομιλία Γιώργου Κατρούγκαλου στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος, 22-10-2019

0

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΤΡΟΥΓΚΑΛΟΣ (Γενικός Εισηγητής της Μειοψηφίας): Ευχαριστώ πολύ, κύριε Πρόεδρε.

Και εγώ θέλω να καλωσορίσω με τον πιο θερμό τρόπο τον Πρόεδρο, με τον οποίο νομίζω ότι είχαμε συνεργαστεί με πολύ καλό, αποτελεσματικό, διαφανή τρόπο και με τρόπο που προήγαγε τον νομικό μας πολιτισμό στην προηγούμενη συζήτηση της προτείνουσας, της πρώτης, Αναθεωρητικής Βουλής.

Κάποιος που θα παρακολουθούσε τη σημερινή συζήτηση, το πρώτο που θα μας ρωτούσε είναι το εξής: Ρυθμίζετε σωστά -φαίνεται να υπάρχει, μάλιστα, και μία σύγκλιση των απόψεων σας- ένα ζήτημα που αφορά τη Δικαιοσύνη. Είναι το σημαντικότερο ζήτημα από αυτά που αφορούν τη Δικαιοσύνη; Η απάντηση νομίζω ότι πρέπει να είναι, «Προφανώς όχι». Έχουμε σημαντικά θέματα που αφορούν την αποτελεσματικότητα του δικαστικού μας συστήματος -ειδικά ως προς τον χρόνο εκδίκασης των αποφάσεων, όπου έχουμε πολλές καταδικαστικές αποφάσεις λόγω παραβίασης της αρχής της δίκαιης δίκης του άρθρου 6- και έχουμε και σημαντικά θέματα που αφορούν τη νομιμοποίηση της δικαστικής εξουσίας κυρίως σε ό,τι αφορά την εξάρτησή της από την εκτελεστική, αλλά και φαινόμενα που αφορούν τη σχέση της με ζητήματα διαφθοράς, τα οποία λογικά θα έπρεπε να έχουν προτεραιότητα στην αντιμετώπισή τους.

Γιατί, λοιπόν, ως Αναθεωρητική Βουλή δεν ενσκήψαμε σε αυτά τα βασικά ζητήματα; Η απάντηση νομίζω ότι είναι απλή: Στο κεντρικό ζήτημα, που ανάγεται στο πώς ορίζεται η ηγεσία της Δικαιοσύνης, όπου υπάρχει μία γενική ομολογία ότι δημιουργεί εξαρτήσεις του δικαστικού σώματος -και θα σας διαβάσω τι λέει ένας από τους πιο σεβαστούς Προέδρους του Αρείου Πάγου γι’ αυτό το ζήτημα-, δεν έχουμε μπορέσει ακόμα να διαμορφώσουμε κοινή αντίληψη όχι μόνο στα κόμματα, αλλά και στην κοινότητα των ειδικών –αναφέρομαι κατ’ εξοχήν  στους δικαστές, αλλά και στους δικηγορικούς συλλόγους- για το ποιο θα πρέπει να είναι το εναλλακτικό σχήμα ορισμού της ηγεσίας.

Γι’ αυτόν τον λόγο, λοιπόν, νομίζω ότι στο μέλλον θα πρέπει και η σημερινή Κυβέρνηση -και τότε Αξιωματική Αντιπολίτευση- και τα άλλα κόμματα να σκεφθούν γιατί έπρεπε να έχετε αποδεχθεί την πρόταση, την οποία είχαμε απευθύνει εμείς ως κοινοβουλευτική πλειοψηφία, να προηγηθεί μία ευρύτατη συζήτηση στην κοινωνία με συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων φορέων, ακριβώς για να μπορέσουν να δημιουργηθούν αν όχι συναινέσεις, τουλάχιστον συγκλίσεις προς την κατεύθυνση αυτή. Δεν έπρεπε να το δείτε όπως το είδατε, σαν τάχα ένα επικοινωνιακό τέχνασμα της κυβέρνησής μας, το να ζητήσει να υπάρχει εκτεταμένος θεσμικός διάλογος.

Νομίζω, λοιπόν, ότι, ενόψει αυτής της αδυναμίας να έχουμε τις συναινέσεις, ξεκινάμε ήδη με ένα μειονέκτημα τη σημερινή συζήτηση.

Τι έλεγε, λοιπόν, ο αείμνηστος Ματθίας, ένας νομίζω από τους καλύτερους Προέδρους του Αρείου Πάγου στη χώρα μας; Έλεγε: «Η Δικαιοσύνη στη χώρα μας είναι και δεν είναι ανεξάρτητη, είναι και δεν είναι αξιόπιστη, είναι και δεν είναι αποτελεσματική». Και πώς το αιτιολογούσε αυτό; Αναφερόταν ευθέως -ως βασικότερο λόγο- στη δημιουργούμενη εξάρτηση των δικαστών από την εκτελεστική εξουσία: «Οι προσδοκίες των υποψηφίων έως το χρίσμα…» -χρίσμα εννοεί την επιλογή σε θέση προέδρου ή αντιπροέδρου- «…και η μετά το χρίσμα ευγνωμοσύνη των επιλεγέντων, παρέχουν, όχι σπάνια, στη διοίκηση τη δυνατότητα να επηρεάζει μέσω μιας πυραμίδας ευνοιών και εξαρτήσεων, με επικεφαλής την υπό εκλογή ή τη διορισμένη δικαστική ηγεσία, τα δικαστικά πράγματα. Μάλιστα, εκείνοι που προσδοκούν και στη συνέχεια εκείνοι που έχουν επιλεγεί, συμμορφώνονται ενίοτε προληπτικά προς τις εικαζόμενες κυβερνητικές επιθυμίες πριν καν αυτές εκδηλωθούν. Το φαινόμενο αυτό μπορεί να καταλήξει σε αληθινή αλλοτρίωση. Η διείσδυση του κόμματος στη Δικαιοσύνη, δεν σημαίνει απλώς κάποιες διακριτικές υποδείξεις στην κορυφή και κάποιες αμφισβητήσεις του αδιάβλητου ορισμένων επιλογών, οι οποίες είναι σε κάθε περίπτωση καταδικαστέες. Σημαίνει επεμβάσεις σκοτεινών κομματικών παραγόντων, επικράτηση άδηλων παρασκηνιακών πιέσεων και συναλλαγών, παράλυση των εγγυήσεων της νομιμότητας, διάβρωση της εγγυητικής και της κυρωτικής λειτουργίας της Δικαιοσύνης, σημαίνει γενική διάβρωση των θεσμών και αξιών της ζωής».

Αυτή είναι μία διαπίστωση στα τέλη της δεκαετίας του ’90  και στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Τα πράγματα δεν έχουν μεταβληθεί ιδιαίτερα έκτοτε. Και προσέξτε μία αντίφαση: Το πρόβλημα δεν υφίσταται τόσο σε επίπεδο θεσμικών εγγυήσεων που έχουν τεθεί στο Δίκαιο είτε στο Σύνταγμα είτε στην εκτελεστική του Συντάγματος νομοθεσία. Το πρόβλημα υφίσταται στην εκτέλεσή τους.

Υπάρχει μία πολύ ενδιαφέρουσα έρευνα της Παγκόσμιας Τράπεζας, που κατατάσσει εξήντα πέντε χώρες ανάλογα -στην αρχή- με την de jure ρύθμιση -ποιες είναι οι νομοθετικές και συνταγματικές προβλέψεις- και μετά με το πώς αυτές εφαρμόζονται. Στο πρώτο κριτήριο, εάν είναι επαρκείς οι εγγυήσεις που έχουν τεθεί στα χαρτιά, στον νόμο, στο Σύνταγμα υπέρ της ανεξαρτησίας, η χώρα μας κατατάσσεται δέκατη, πάνω από  τις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντίθετα, όταν εξετάζεται η πραγματική εφαρμογή των εγγυήσεων, η χώρα μας πέφτει από τη δέκατη θέση στην τριακοστή ένατη, κάτω, δηλαδή, από εκεί που είναι η βάση, που είναι ο μέσος όρος.

Αυτό, λοιπόν, είναι ένα από τα μείζονα ζητήματα τα οποία θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας και σε μελλοντική αναθεώρηση να τα αντιμετωπίσουμε, ειδικά ενόψει του φαινομένου της επέκτασης του δικαστικού ελέγχου σε τομείς που μέχρι πρότινος δεν ελέγχονταν, όπως είναι οι κυβερνητικές πράξεις, όπως είναι πολλές μορφές πολιτικών αποφάσεων της εκτελεστικής εξουσίας ή όπως είναι η ορθή, κατά τη γνώμη μου, νομολογία που ελέγχει και κατά πόσο τα κοινωνικά δικαιώματα εφαρμόζονται σε σχέση με τον πυρήνα, τουλάχιστον, της προστασίας που παρέχουν.

Ο Πρόεδρος του Συνταγματικού Δικαστηρίου του Ισραήλ, Ααρόν Μπάρακ, περιγράφει αυτή την τάση ως εξής: «Τίποτα πια δεν μπορεί να διαφύγει από τον δικαστικό έλεγχο. Ο κόσμος κολυμπά στο δίκαιο. Όλα και οτιδήποτε είναι δικαστικά αγώγιμα».

Παρ’ όλα αυτά η Δικαιοσύνη στην Ελλάδα έχει μεγαλύτερα ποσοστά αποδοχής και νομιμοποίησης από τους άλλους κρατικούς θεσμούς. Πριν από την κρίση -γιατί η κρίση πράγματι αλλοίωσε σε σημαντικό βαθμό την εμπιστοσύνη γενικότερα του ελληνικού λαού προς τους θεσμούς- αυτοί που δεν είχαν εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη ήταν 40%, ποσοστό που δεν είναι μικρό, αλλά που, αν συγκριθεί με το 85% αυτών οι οποίοι δεν έχουν εμπιστοσύνη στο Κοινοβούλιο και στα κόμματα, δείχνει μία διαφοροποίηση σημαντική.

Από την άλλη μεριά έχουμε ένα άλλο φαινόμενο στην Ελλάδα, το οποίο συναρτάται και αυτό στενά με την αποτελεσματικότητα της Δικαιοσύνης. Αυτό είναι η διαφθορά. Έχουμε έναν διεθνή Οργανισμό, τη Διεθνή Διαφάνεια, που υπολογίζει τον βαθμό διαφθοράς σε διάφορες χώρες.

Παρακαλώ προσέξτε αυτό που θα σας πω τώρα, γιατί τα στοιχεία είναι πράγματι εντυπωσιακά: Είχαμε, μέχρι τη διακυβέρνηση τη δική μας, μία συνεχή καθοδική τροχιά ως προς τον βαθμό αποτύπωσης της διαφθοράς. Το 1998 είχαμε την τριακοστή έκτη θέση. Το 2001 είχαμε την τεσσαρακοστή τέταρτη θέση. Το 2005 είχαμε την τεσσαρακοστή έβδομη θέση. Για να μην πάμε έτσι, χρόνο με τον χρόνο, το 2011 είχαμε την πεντηκοστή τέταρτη θέση -προς τα κάτω δηλαδή- το 2016 είχαμε την εξηκοστή ένατη θέση και η μόνη περίοδος κατά την οποία είχαμε βελτίωση  -μικρή μεν, αλλά σημαντική γιατί δείχνει την αναστροφή της τάσης- ήταν το 2018, που είχαμε την εξηκοστή έβδομη θέση.

Αυτό δείχνει ότι δεν μπορείς να αντιμετωπίσεις ένα τόσο εκτεταμένο φαινόμενο, όπως είναι η διαφθορά -που δεν είναι μόνο κοινωνικό, αλλά συναρτάται και με τη διαπλοκή οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων στην κορυφή της εξουσίας- παρά μόνο όταν έχεις αποφασιστικότητα στην εφαρμογή της κείμενης νομοθεσίας, κάτι που είχαμε και που νομίζω ότι ακόμα και αυτά τα στατιστικά στοιχεία, τα πολύ ελλιπή, το αποδεικνύουν.

Θεώρησα αναγκαίο να κάνω αυτή την εισαγωγή, διότι, μολονότι είναι σημαντικά και τα ζητήματα τα οποία εξετάζουμε, επαναλαμβάνω ότι δεν είναι τα σημαντικότερα και θα πρέπει όσοι στο μέλλον θα μελετούν τις εργασίες της Αναθεωρητικής Βουλής, να ξέρουν ότι ήμασταν σε γνώση του γεγονότος αυτού και ότι το θέσαμε ως αναγκαίο ζήτημα και υποχρέωση της μελλοντικής αναθεωρητικής εξουσίας να το λύσει.

Τώρα, ως προς το ζήτημα των εγγυήσεων υπέρ των στρατιωτικών δικαστών, θέλω να πω τα εξής:

Ένας από τους επιφανείς συνταγματολόγους έγραφε ότι στην Ελλάδα το ζήτημα της δικαιοκρατίας, δηλαδή της εφαρμογής του κράτους δικαίου, δεν ξεχώριζε ποτέ από το αίτημα για τη Δημοκρατία. Τα στρατοδικεία, και ειδικά τα έκτακτα στρατοδικεία, είναι ιδιαίτερα συνδεδεμένα με τις πιο μελανές περιόδους της ελληνικής ιστορίας, την περίοδο του Εμφυλίου και την μετεμφυλιακή, όπου εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι οδηγήθηκαν -σε πολλές περιπτώσεις μόνο για τις ιδέες τους- στο εκτελεστικό απόσπασμα από αποφάσεις παρόμοιων δικαστηρίων που δεν συγκαλούνταν για να δικάσουν, αλλά για να καταδικάσουν. Και γενικότερα, όμως -γιατί δεν ήταν μόνο σε τόσο ανώμαλες περιόδους- ισχύει αυτή η σύνδεση της Δημοκρατίας με την δικαιοκρατία. Όταν έχουμε παρασύνταγμα -και παρασύνταγμα είχαμε την μετεμφυλιακή περίοδο, είχαμε και τη μνημονιακή- η κάμψη της Δημοκρατίας και της λαϊκής κυριαρχίας επιφέρει σημαντική κάμψη και στις δικαιοκρατικές εγγυήσεις.

Τι ερχόμαστε, λοιπόν, να κάνουμε τώρα; Να δώσουμε στον δικαστή των στρατιωτικών δικαστηρίων πλήρη λειτουργική εξομοίωση με τους λοιπούς δικαστές, όπως θα έπρεπε να είναι από την αρχή -αναφέρομαι εδώ, γιατί συμφωνούμε στην εισήγηση του κ. Τζαβάρα- και όπως έκρινε και η μειοψηφία, δυστυχώς, για τη σημαντική αυτή απόφαση, της ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Εδώ θα δούμε ότι έχουμε πολλαπλές θεσμικές αστοχίες. Προβλεπόταν εκτελεστικός του Συντάγματος νόμος από το 1975, για να προβλέψει τις αντίστοιχες εγγυήσεις, να τις αναπτύξει και στους στρατιωτικούς δικαστές. Για είκοσι χρόνια δεν είχαμε τίποτα. Το 1995 εκδόθηκε ο σχετικός εκτελεστικός του Συντάγματος νόμος, αλλά με πολύ σημαντικές ελλείψεις ως προς την αντιστοίχιση της λειτουργικής και της προσωπικής ανεξαρτησίας των δικαστών. Έτσι, τώρα έχουμε το παράδοξο στο Σύνταγμα να εξομοιώνονται πλήρως τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους μισθολογικά με τους τακτικούς δικαστές, ενώ προφανώς δεν είναι δικαστές, είναι δικηγόροι του κράτους τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου, και να μην εξασφαλίζονται -και με αυτήν την πλευρά, την μισθολογική, που δεν είναι ελάσσον- οι στρατιωτικοί δικαστές.

Έχουμε μια διαφωνία με τη Νέα Δημοκρατία. Θεωρούμε ότι δεν υπάρχει λόγος πλέον τα στρατοδικεία να είναι κατά πλειοψηφία απαρτιζόμενα από στρατιωτικούς δικαστές, αλλά καθ’ ολοκληρία. Δεν βλέπουμε λόγο για τον οποίο θα πρέπει να έχουμε μια εξαίρεση από αυτόν τον γενικό δικαιοκρατικό κανόνα.

Άρα, θα σας έλεγα να το ξανασκεφτείτε, να ακούσετε τι θα πουν και άλλες πτέρυγες της Αίθουσας και αναλόγως να αποφασίσετε.

Νομίζω, όμως, ότι γενικά, έστω και καθυστερημένα, με αυτόν τον τρόπο θεραπεύουμε ένα θεσμικό κενό, που -για να δημιουργήσω καμία παρεξήγηση- δεν αφορά κυρίως την ικανοποίηση αιτημάτων συντεχνιακών των στρατιωτικών δικαστών, αλλά την ανάγκη να εξοπλιστεί με χαρακτηριστικά θεσμικής εγγύησης, ανεξαρτησίας η απονομή της Δικαιοσύνης σε έναν κλάδο που δεν πρέπει να είναι στεγανοποιημένος από την υπόλοιπη κοινωνία.

Το βασικό πρόβλημα που είχαμε στην ελληνική ιστορία μέχρι και την πτώση της δικτατορίας, ήταν η στεγανοποίηση του Στρατού ως αυτοτελούς πολιτειακού και θεσμικού κέντρου σε σχέση με τους ελέγχους που μπορεί να είχε από την δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση, με αποκορύφωμα, προφανώς, τη μεγάλη σύγκρουση στα Ιουλιανά για το ποιος μπορεί να είναι Υπουργός Εθνικής Άμυνας και ποιος δεν μπορεί να είναι.

Πάμε τώρα στις ανεξάρτητες αρχές. Οι ανεξάρτητες αρχές έχουν ήδη μια μακρόχρονη ιστορία. Προσωπικά -και ως θεωρητικός του Δικαίου- νομίζω ότι πρέπει να αντιμετωπίσουμε κριτικά τη θέσπιση και τη λειτουργία των αρχών. Υπάρχουν τομείς στους οποίους είναι ιδιαίτερα καλοδεχούμενες, τομείς που αφορούν την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων, όπως ο Συνήγορος του Πολίτη ή η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων. Ειδικά στην Ελλάδα, λόγω του πελατειακού συστήματος, και μια ανεξάρτητη αρχή όπως το ΑΣΕΠ ήταν εξαιρετικά καλοδεχούμενη.

Θεωρώ, όμως, ότι υπάρχει ένα πρόβλημα με τον πολλαπλασιασμό των ανεξάρτητων αρχών, πρόβλημα που αφορά κυρίως την αφαίρεση κανονιστικής ύλης, γιατί οι περισσότερες από αυτές τις αρχές έχουν και κανονιστική αρμοδιότητα, δεν έχουν μόνο ελεγκτική από τη Βουλή.

Το πρώτο, λοιπόν, ζήτημα που μου δημιουργεί πρόβλημα σημαντικό, είναι ότι θεωρώ ότι έχουμε μια κάμψη της δημοκρατικής αρχής, όταν σημαντικοί τομείς κανονιστικής αρμοδιότητας ξεφεύγουν από την αρμοδιότητα της λαϊκής αντιπροσωπείας να θέτει αυτή τους κανόνες.

Η αναγνώριση, ουσιαστικά, εγγυήσεων ανεξάρτητων αρχών στις κεντρικές τράπεζες είναι το πιο ανησυχητικό από αυτά τα φαινόμενα, γιατί ολόκληροι τομείς της οικονομικής πολιτικής πια διαφεύγουν του δημοκρατικού ελέγχου. Αυτό είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό στην Ευρωπαϊκή Ένωση με τις υπερχειλίζουσες αρμοδιότητες που έχει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Είναι γενικό ζήτημα, όμως, ως προς την ύπαρξη των κεντρικών τραπεζών και τη δυνατότητα ύπαρξης δημοκρατικού ελέγχου επ’ αυτών.

Ειδικά στην Ελλάδα κινδυνεύουμε να πέσουμε στην εξής παγίδα: Επειδή υπάρχουν τα γνωστά προβλήματα αναποτελεσματικότητας και πολλές φορές πελατειασμού και διαφθοράς στη δημόσια διοίκησή μας, αντί να θεωρήσουμε ως υπ’ αριθμόν ένα θέμα να θεραπεύσουμε αυτές τις αμαρτίες, επιλέγουμε να έχουμε μια ανεξάρτητη αρχή, να θεσπίσουμε μια ανεξάρτητη αρχή, που θα λειτουργεί –φανταζόμαστε, απατηλά, βέβαια- ως μια νησίδα νομιμότητας μέσα σε μια θάλασσα αναποτελεσματικότητας και διαφθοράς. Αυτό αφενός, αποτελεί παράδοση στο πρόβλημα και αφετέρου, όχι αποτελεσματική λύση.

Επομένως, με την πρόβλεψη με την οποία ζητούμε νέες ανεξάρτητες αρχές να θεσπίζονται με πλειοψηφία των 3/5, θέλουμε να μειώσουμε αυτήν την τάση για τους λόγους που προανέφερα.

Το άλλο ζήτημα, που έρχεται να αντιμετωπίσει η ρύθμιση, είναι η επιλογή των ανεξάρτητων αρχών. Η πρόθεση του νομοθέτη ήταν να έχει όσο το δυνατόν περισσότερη αποδοχή η ηγεσία των ανεξάρτητων αρχών για ευνόητους λόγους. Επειδή, όμως, εργαλειοποιήθηκε στο πλαίσιο της αντιπολίτευσης από όλα, θα έλεγα, τα κόμματα η επιλογή αυτή, κατέληξε πολλές φορές σε αδυναμία επιλογής. Έτσι είχαμε θεσμικά παράδοξα: να παρατείνεται αενάως η θητεία ορισμένων αρχών. Αυτό κρίθηκε από το Συμβουλίου της Επικρατείας, πέραν ενός εύλογου χρονικού ορίου, αντισυνταγματικό. Το σύνηθες χρονικό όριο για τέτοιες καταστάσεις για το  Συμβούλιο της Επικρατείας είναι το τρίμηνο.

Μετά ακολουθήθηκε μια άλλη τακτική. Με νόμο -όχι σιωπηρά- να παρατείνεται για ένα διάστημα η θητεία των ανεξάρτητων αρχών όταν υπήρχε αδυναμία επιλογής τους. Και αυτό είναι ανώμαλη λύση. Το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει πει ότι δέχεται μόνο για ένα εύλογο χρονικό διάστημα. Αυτό από τη νομολογία του φαίνεται να είναι περίπου το όριο των δέκα οκτώ μηνών.

Πρέπει να το αντιμετωπίσουμε αυτό και για αυτό προτείνουμε να χαμηλώσει η πλειοψηφία των 4/5 στα 3/5.

Όμως, προσέξτε, κύριοι συνάδελφοι, και τώρα απευθύνομαι σε εσάς κυρίως συνάδελφοι της κοινοβουλευτικής Πλειοψηφίας: Ό,τι και  να κάνουμε με θεσμικές προβλέψεις, δεν πρόκειται να θεραπευτεί το πρόβλημα αν δεν αποκατασταθεί το βασικό πολιτικό νόμισμα που είναι η εμπιστοσύνη.

Μέχρι στιγμής, η στάση σας στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζετε τις ανεξάρτητες αρχές, όχι απλώς δεν πολλαπλασιάζει αυτό το αναγκαίο κεφάλαιο της εμπιστοσύνης, αλλά το υπονομεύει.

Με άλλον τρόπο μεταχειριστήκατε την ανεξάρτητη αρχή ανταγωνισμού, με άλλον τρόπο αντιμετωπίσατε την ανεξάρτητη αρχή προσωπικών δεδομένων.

Σας ζήτησε ο κ. Καστανίδης ό,τι προβλέπεται, αφού πιστεύετε ότι αυτό είναι σωστό. Εμείς ασκήσαμε την έντονη κριτική και είναι προφανές, κατά τη γνώμη μας, ότι είδαμε βαθιά πολιτική σκοπιμότητα στην επέμβαση που κάνατε στην Επιτροπή Ανταγωνισμού. Ας υποθέσουμε, όμως -ας μπούμε για λίγο στη θέση σας- ότι εσείς πιστεύετε ότι ορθώς θέσατε τα κριτήρια. Γιατί δεν γενικεύσατε αυτά τα κριτήρια στις άλλες ανεξάρτητες αρχές; Ακόμα χειρότερα, γιατί όταν ένας βουλευτής της αντιπολίτευσης ζητά από τον Υπουργό Δικαιοσύνης να τα επεκτείνει και αυτός απαντά, όπως κάθε λογικός άνθρωπος, «βεβαίως αυτό που λέτε είναι λογικό, θα το κάνουμε» και μετά στη συζήτηση του νόμου για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, μολονότι υπήρχε ξεχωριστό κεφάλαιο για την ανεξάρτητη αρχή, δεν το κάνει;

Νομίζω, λοιπόν, ότι συνεχίζεται και σε αυτό το πεδίο, πέραν από τον προφανή ρεβανσισμό που είχε η ad hoc επέμβαση στην αρχή ανταγωνισμού -κάτι που ποτέ δεν κάναμε εμείς, ποτέ δεν επεμβήκαμε, ώστε να λήξει χρονικά η θητεία οποιασδήποτε αρχής, ήδη σήμερα οι ηγεσίες που υπηρετούν στις περισσότερες αρχές είναι ηγεσίες που είχαν τοποθετηθεί από την τελευταία κυβέρνηση, τη δική σας- κάτι ακόμα χειρότερο, να μην εξασφαλίζετε με τις πράξεις σας να υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο εμπιστοσύνης. Αυτό είναι πολύ πιο επικίνδυνο και διαλυτικό από οποιαδήποτε ad hoc επέμβαση.

Εμείς είμαστε υπέρ της δημοκρατίας και της νομιμότητας και αυτά δεν μπορούν να διαφοροποιηθούν σε ένα δημοκρατικό κράτος, σε μια δημοκρατία. Και θα πρέπει τώρα που περνάμε σε μια περίοδο θεσμικής κανονικότητας, που δεν πρέπει να μείνει μόνο στην οικονομία, αλλά και στην πολιτική, να αναπροσαρμόσετε και εσείς τη στάση σας, γιατί αλλιώς δεν θα έχουμε μάθει τίποτα από τα μαθήματα της κρίσης.

Σας ευχαριστώ πολύ.

Share.