Όχι παιχνίδια με την ΑΔΑΕ: Άρθρο του Γιώργου Κατρούγκαλου στην Εφημερίδα των Συντακτών

0

29/12/2022

 

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

 Όχι παιχνίδια με την ΑΔΑΕ

Άρθρο του Τομεάρχη Εξωτερικών του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ Γιώργου Κατρούγκαλου στην Εφημερίδα των Συντακτών

Η ΑΔΑΕ και ο Πρόεδρος της είναι στο στόχαστρο της κυβέρνησης, επειδή ασκούν τις αρμοδιότητες τους σύμφωνα με το Σύνταγμα και τη συνείδηση τους. Κυκλοφορούν σενάρια για τη συγχώνευση της με την Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, όπου προεδρεύει άλλος ενοχλητικός πρώην Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, ώστε να αντικατασταθούν και οι δύο επικεφαλής πριν από τη λήξη της θητείας τους. Αυτό θα ήταν καθαρό συνταγματικό πραξικόπημα και ελπίζω ότι δεν θα συμβεί. Στο κάτω-κάτω αρκετά έχει εκθέσει ο κ. Μητσοτάκης τη χώρα μας στην Ευρώπη, όπου πλέον αντιμετωπίζεται στην ίδια μοίρα με Πολωνία και Ουγγαρία. Οι σχεδιασμοί αυτοί συνδυάζονται όμως με τις διασταυρωμένες πληροφορίες για τις παρεμβάσεις του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αλλά και υψηλόβαθμων κυβερνητικών στελεχών στους παρόχους κινητής τηλεφωνίας, ώστε να εμποδιστούν οι συνταγματικά προβλεπόμενοι έλεγχοι.

Και εδώ πρόκειται για κατάφωρη παραβίαση της συνταγματικής νομιμότητας. Αυτονόητα για τα κυβερνητικά στελέχη, που διαπράττουν παράβαση καθήκοντος, εξίσου όμως, αν και για άλλους λόγους, που εκτίθενται στη συνέχεια, και για τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Δεν είναι η πρώτη φορά που Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, σε σύμπλευση με κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, επιχειρούν την εξουδετέρωση  Ανεξάρτητης Αρχής. Δεκαεπτά χρόνια πριν, η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων είχε απαγορεύσει με την απόφαση της 58/2005τη λειτουργία των καμερών του συστήματος C4Iκατά τη διάρκεια διαδηλώσεων, για να προστατευθεί το δικαίωμα του συνέρχεσθαι. Ενόψει της πορείας του Πολυτεχνείου του 2007, το Αρχηγείο της Αστυνομίας, με προφανή κυβερνητική καθοδήγηση, υπέβαλε ερώτημα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για να βραχυκυκλώσει την απόφαση. Έτσι εκδόθηκε η 14/2007 γνωμοδότηση του τελευταίου, με την οποία επιτράπηκε, παράνομα, η παρακολούθηση της πορείας.

Η Αρχή με ανακοίνωση της κατήγγειλε ως παράνομη την γνωμοδότηση, επισημαίνοντας

  1. ότι έχει αποκλειστική συνταγματική αρμοδιότητα επί του θέματος
  2. ότι η απόφαση της έχει, εν πάση περιπτώσει, το τεκμήριο νομιμότητας των διοικητικών πράξεων και μπορεί να ακυρωθεί μόνον από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Ως αντίδραση στην κατάφωρη παραβίαση του κράτους δικαίου, παραιτήθηκε ο Πρόεδρος της και πολλά μέλη από την διοίκηση της.

Για να καλύψει την πρόδηλα αντισυνταγματική αυτή γνωμοδότηση, η κυβέρνηση της ΝΔ ψήφισε στη συνέχεια το νόμο 3625/2007 που εξαίρεσε από τις αρμοδιότητες της Αρχής τη συλλογή δεδομένων «από τις δικαστικές – εισαγγελικές αρχές και τις  υπηρεσίες που ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία τους με σκοπό τη βεβαίωση εγκλημάτων». Η αντισυνταγματικότητα της εισαγγελικής γνωμοδότησης προέκυπτε κυρίως από τα εξής (βλ. και Γ. Κατρούγκαλου, Οι κάμερες παρακολούθησης, το λυκόφως των ανεξάρτητων αρχών και η δοκιμασία του Κράτους Δικαίου, σε: ΕφημΔΔ 6/2007):

Πρώτον, η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, όπως και η ΑΔΑΕ, έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα από το Σύνταγμα, η μεν πρώτη από το άρθρο 9α, η δεύτερη από το άρθρο 19 παρ. 2 για το έργο που επιτελούν.

Δεύτερον, στο πλαίσιο της άσκησης των αποκλειστικών αυτών αρμοδιοτήτων, υπόκεινται σε δύο ειδών ελέγχους: τον κοινοβουλευτικό και τον δικαστικό. Ακριβώς όμως επειδή πρόκειται για άσκηση διοικητικής αρμοδιότητας και το Σύνταγμα μας καθιερώνει με τα άρθρα 94 παρ. 1 και 95 παρ. 1 αποκλειστική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας και των διοικητικών δικαστηρίων για τις διοικητικές υποθέσεις, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου και γενικά τα πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία επ’ αυτών. (Άλλο ζήτημα είναι, προφανώς,  η ύπαρξη ποινικών ευθυνών expostfactum για τυχόν παραβάτες των ποινικών ρυθμίσεων ή οι οδηγίες σε αστυνομικούς ή άλλα όργανα του κράτους για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους.) Συνεπώς, έκδοση εισαγγελικής γνωμοδότησης, ανεξαρτήτως του περιεχομένου της, επί της αποκλειστικής ύλης ανεξάρτητων, κατά το Σύνταγμα, Αρχών, όπως είναι η πραγματοποίηση ελέγχων από αυτές, είναι αυτόχρημα παράνομη και στα όρια της κατάχρησης εξουσίας.

Για να μην δοθεί η εντύπωση ότι μόνον τυπικά επιχειρήματα αρμοδιότητας και δικαιοδοσίας υπάρχουν, εν τάχει πρέπει να αναφερθώ και στο «επιχείρημα» ότι τάχα η νέα -προβληματική ούτως ή άλλως- ρύθμιση του άρθρου 4 παρ. 7 του ν. 5002/2022, που προβλέπει δικαίωμα γνώσης του παρακολουθούμενου μόνον μετά την πάροδο τριετίας από την παρακολούθηση, κωλύει την πραγματοποίηση ελέγχων της ΑΔΑΕ. Η τριετία αφορά, προφανώς, αποκλειστικά την ενημέρωση αυτού που έχει τεθεί υπό παρακολούθηση και όχι τον διαρκή έλεγχο που ασκεί η Αρχή, σύμφωνα με τις καταστατικές της ρυθμίσεις και το Σύνταγμα. Άλλωστε, εάν δε δεν είναι γνωστό το όνομα του παρακολουθούμενου στην ΑΔΑΕ, ακόμη και αυτή η ατελής ρύθμιση θα καταστεί πλήρως ανενεργή, εφόσον δεν θα μπορεί να υπολογιστεί επακριβώς η έναρξη της τριετίας.

Και στις δύο περιπτώσεις, του 2007 και τη σημερινή, η παραβίαση του Συντάγματος είναι δεδομένη. Μία είναι η μεγάλη διαφορά: Στην πρώτη ο Πρόεδρος της εμπλεκόμενης Αρχής παραιτήθηκε. Ο Πρόεδρος όμως της ΑΔΑΕ παραμένει στη θέση του και υπερασπίζεται το Σύνταγμα, τα δικαιώματα και εν τέλει την ίδια την πολιτική και την αλήθεια.

Share.